Ο Βασίλης Βιλιάρδος καταγράφει αύξηση 65,96 δισ. ευρώ στο χρέος του «Κράτους» από το 2019 έως το 2025 – Οι επίσημοι πίνακες επιβεβαιώνουν την αριθμητική, αλλά απαιτούν καθαρή διάκριση ανάμεσα στο Κράτος, την Κεντρική Διοίκηση και τη Γενική Κυβέρνηση
Η κυβέρνηση προβάλλει την υποχώρηση του δημόσιου χρέους στο 146,1% του ΑΕΠ ως μία από τις μεγάλες επιτυχίες της οικονομικής πολιτικής της.
Ο Ζ΄ αντιπρόεδρος της Βουλής και βουλευτής της Ελληνικής Λύσης, Βασίλης Βιλιάρδος, βάζει στο τραπέζι έναν διαφορετικό αριθμό: τα 427,123 δισ. ευρώ που εμφανίζει ο επίσημος πίνακας για το χρέος του «Κράτους» στις 31 Δεκεμβρίου 2025.
Το 2019, η αντίστοιχη στήλη έγραφε 361,160 δισ. ευρώ. Η διαφορά είναι πράγματι 65,963 δισ. ευρώ.
Η αριθμητική είναι σωστή.
Η ερμηνεία, όμως, χρειάζεται χειρουργική ακρίβεια. Διότι στην Ελλάδα δεν υπάρχει ένας μόνο αριθμός για το χρέος. Υπάρχουν διαφορετικά μεγέθη, με διαφορετικό θεσμικό περιεχόμενο, και η επιλογή της κάθε στήλης μπορεί να αλλάξει ριζικά την πολιτική εικόνα.
Τρία χρέη, τρεις διαφορετικές εικόνες
Οι ετήσιες εκθέσεις του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών καταγράφουν τρία βασικά μεγέθη:
| Μέγεθος | 31.12.2019 | 31.12.2025 | Μεταβολή |
|---|---|---|---|
| Χρέος «Κράτους» με προσαρμογές ESA 2010 | 361,160 δισ. € | 427,123 δισ. € | +65,963 δισ. € |
| Ακαθάριστο χρέος Κεντρικής Διοίκησης | 356,015 δισ. € | 406,181 δισ. € | +50,166 δισ. € |
| Χρέος Γενικής Κυβέρνησης | 331,063 δισ. € | 362,925 δισ. € | +31,862 δισ. € |
Τα 427,123 δισ. ευρώ δεν είναι επινοημένος αριθμός. Βρίσκεται στον επίσημο πίνακα του 2025 και αφορά το χρέος του Κράτους μετά τις προσαρμογές του Ευρωπαϊκού Συστήματος Λογαριασμών. Δεν είναι, όμως, το ενοποιημένο χρέος της Γενικής Κυβέρνησης που χρησιμοποιείται στον δείκτη χρέος προς ΑΕΠ.
Το ακαθάριστο χρέος της Κεντρικής Διοίκησης ήταν 406,181 δισ. ευρώ, ενώ μετά την αφαίρεση του ενδοκυβερνητικού χρέους και τις υπόλοιπες ενοποιήσεις, το χρέος της Γενικής Κυβέρνησης διαμορφώθηκε στα 362,925 δισ. ευρώ ή στο 146,1% του ΑΕΠ. Αυτή ακριβώς τη διαφορά περιγράφουν οι ετήσιες εκθέσεις χρέους του Υπουργείου Οικονομικών.
Εάν, λοιπόν, συγκριθεί η ίδια στήλη «Κράτος», η αύξηση είναι 65,963 δισ. ευρώ. Εάν συγκριθεί το χρέος κατά Μάαστριχτ, η ονομαστική αύξηση είναι 31,862 δισ. ευρώ.
Και τα δύο αποτελέσματα είναι αληθινά.
Δεν απαντούν, όμως, στην ίδια ερώτηση.
Τα repos δεν εξαφανίζονται – Ενοποιούνται
Το μεγάλο κενό ανάμεσα στα παραπάνω μεγέθη συνδέεται σε σημαντικό βαθμό με τον ενδοκυβερνητικό δανεισμό.
Το Δημόσιο αντλεί βραχυπρόθεσμη ρευστότητα μέσω συμφωνιών επαναγοράς, των γνωστών repos, κυρίως από φορείς της Γενικής Κυβέρνησης. Σε αυτούς περιλαμβάνονται ασφαλιστικοί οργανισμοί, ΟΤΑ, νομικά πρόσωπα και άλλοι δημόσιοι φορείς που διαθέτουν ταμειακά αποθέματα.
Στο τέλος του 2025 το απόθεμα των repos ανερχόταν σε 62,851 δισ. ευρώ. Τον Απρίλιο του 2026 έφθασε περίπου στα 65,8 δισ. ευρώ, ενώ στο τέλος Ιουνίου διαμορφώθηκε στα 64,886 δισ. ευρώ, σύμφωνα με τα τελευταία επίσημα μηνιαία στοιχεία.
Γιατί το ποσό αυτό δεν εμφανίζεται ολόκληρο στον δείκτη χρέους προς ΑΕΠ;
Επειδή ο ευρωπαϊκός ορισμός του χρέους της Γενικής Κυβέρνησης είναι ενοποιημένος. Όταν ένας φορέας του Δημοσίου δανείζει έναν άλλο φορέα του Δημοσίου, η υποχρέωση του ενός αποτελεί χρηματοοικονομικό περιουσιακό στοιχείο του άλλου και αφαιρείται κατά την ενοποίηση. Η Eurostat ορίζει ρητά ότι το χρέος κατά Μάαστριχτ ενοποιείται μεταξύ και εντός των υποτομέων της Γενικής Κυβέρνησης.
Αυτό δεν σημαίνει ότι τα repos είναι «ανύπαρκτα». Αποτελούν πραγματική υποχρέωση της Κεντρικής Διοίκησης και πραγματική τοποθέτηση των διαθεσίμων των φορέων. Δεν ισοδυναμούν, όμως, με νέο εξωτερικό χρέος της χώρας.
Η μεγάλη εξάρτηση από αυτή τη μορφή χρηματοδότησης γεννά εύλογα ερωτήματα για τη διαχείριση της δημόσιας ρευστότητας, τη διάρκεια των τοποθετήσεων, τις αποδόσεις και τα όρια ασφαλείας των φορέων. Δεν τεκμηριώνει από μόνη της, πάντως, ότι ολόκληρο το ποσό προέρχεται αποκλειστικά από τα ασφαλιστικά ταμεία ή ότι οι συντάξεις βρίσκονται αυτομάτως σε άμεσο κίνδυνο.
Τα 3,55 δισ. ευρώ δεν είναι όλα χρέη σε προμηθευτές
Στην ίδια δημόσια παρέμβαση γίνεται λόγος για 3,55 δισ. ευρώ ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου προς προμηθευτές στο τέλος Ιουνίου 2026.
Ο συνολικός αριθμός προκύπτει, αλλά η σύνθεσή του είναι διαφορετική.
Τα επίσημα στοιχεία καταγράφουν 2,762 δισ. ευρώ ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων της Γενικής Κυβέρνησης, δηλαδή απλήρωτων τιμολογίων που παραμένουν σε εκκρεμότητα για περισσότερες από 90 ημέρες. Παράλληλα καταγράφονται 788 εκατ. ευρώ εκκρεμών επιστροφών φόρων. Το άθροισμα είναι πράγματι 3,55 δισ. ευρώ, αλλά δεν πρόκειται ολόκληρο για ληξιπρόθεσμα χρέη σε προμηθευτές.
Από τις επιστροφές φόρων, 234 εκατ. ευρώ ήταν άνω των 90 ημερών. Η ακριβής εικόνα, συνεπώς, είναι 2,762 δισ. ευρώ ληξιπρόθεσμα τιμολόγια και 788 εκατ. ευρώ εκκρεμείς επιστροφές φόρων. Τα στοιχεία περιλαμβάνονται στο Μηνιαίο Δελτίο Γενικής Κυβέρνησης Ιουνίου 2026.
Το Δημόσιο διαθέτει ήδη λογιστικό πλαίσιο και δημοσιεύει χρηματοοικονομικές καταστάσεις της Κεντρικής Διοίκησης. Η πλήρης μετάβαση όλων των φορέων σε ενιαία λογιστική δεδουλευμένης βάσης και η παραγωγή ολοκληρωμένων ενοποιημένων καταστάσεων για ολόκληρη τη Γενική Κυβέρνηση, ωστόσο, παραμένουν μεταρρύθμιση σε εξέλιξη. Άρα δεν είναι ακριβές ότι το κράτος δεν εφαρμόζει καθόλου διπλογραφική λογιστική· είναι ακριβές ότι η πλήρης ενοποίηση δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί.
Εγγυήσεις 26 δισ. ευρώ – Υπαρκτός κίνδυνος, όχι σημερινό χρέος
Στο τέλος Ιουνίου 2026 η συνολική αξία του χρέους με εγγύηση της Γενικής Κυβέρνησης ανερχόταν σε 26 δισ. ευρώ.
Από αυτά, τα 16,481 δισ. ευρώ αφορούσαν το πρόγραμμα εγγυήσεων «Ηρακλής» για τιτλοποιήσεις πιστωτικών ιδρυμάτων. Οι αμιγώς κρατικές εγγυήσεις ανέρχονταν σε 5,941 δισ. ευρώ, ενώ το υπόλοιπο αφορούσε προγράμματα επιχειρηματικότητας, πανδημίας και εγγυήσεις της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας.
Οι εγγυήσεις αποτελούν ενδεχόμενες υποχρεώσεις. Δεν προστίθενται αυτομάτως στο σημερινό δημόσιο χρέος. Μπορούν, όμως, να προκαλέσουν δημοσιονομική επιβάρυνση εάν καταπέσουν. Η απόκρυψή τους από τη δημόσια συζήτηση θα ήταν λάθος. Η άμεση πρόσθεσή τους στο χρέος ως ήδη απαιτητών οφειλών θα ήταν επίσης λάθος.
Ο αναβαλλόμενος φόρος των τραπεζών
Ξεχωριστό κεφάλαιο αποτελεί ο αναβαλλόμενος φόρος των τραπεζών.
Σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, τον Σεπτέμβριο του 2025 οι οριστικές και εκκαθαρισμένες αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις των ελληνικών τραπεζικών ομίλων ανέρχονταν σε 11,6 δισ. ευρώ και αντιστοιχούσαν στο 43,5% των βασικών εποπτικών κεφαλαίων CET1. Η ίδια η Τράπεζα της Ελλάδος χαρακτηρίζει τη μεγάλη συμμετοχή τους ζήτημα ποιότητας των τραπεζικών κεφαλαίων.
Ο αναβαλλόμενος φόρος δεν είναι σημερινό, ληξιπρόθεσμο χρέος του Δημοσίου προς τις τράπεζες. Είναι φορολογική απαίτηση που συμψηφίζεται με μελλοντικά κέρδη και, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, μπορεί να μετατραπεί σε οριστική απαίτηση έναντι του Δημοσίου.
Η φράση ότι οι τράπεζες «δεν πληρώνουν καθόλου φόρο εισοδήματος» απλουστεύει υπερβολικά τον μηχανισμό. Το ουσιώδες πολιτικό ζήτημα παραμένει: ένα μεγάλο μέρος των εποπτικών τους κεφαλαίων εξακολουθεί να στηρίζεται σε απαίτηση συνδεδεμένη με το Δημόσιο.
Ο πληθωρισμός βοηθά τον δείκτη – Αλλά τα 44 δισ. δεν είναι «ο πληθωρισμός του 2025»
Το ΑΕΠ του 2025 ανήλθε σε 248,4 δισ. ευρώ σε τρέχουσες τιμές και σε 204,4 δισ. ευρώ σε όρους όγκου, με σταθερές τιμές αναφοράς 2020.
Η διαφορά των περίπου 44 δισ. ευρώ δεν μπορεί να περιγραφεί απλώς ως «πληθωρισμός του 2025». Το πραγματικό ΑΕΠ εκφράζεται σε αλυσωτούς όγκους με βάση το επίπεδο τιμών του 2020, επομένως η απόσταση από το ονομαστικό μέγεθος αντανακλά τη σωρευτική μεταβολή του επιπέδου τιμών σε σχέση με το έτος βάσης και τις τεχνικές της αλυσωτής μέτρησης.
Για το 2025, η ΕΛΣΤΑΤ κατέγραψε ονομαστική αύξηση του ΑΕΠ κατά 4,9% και πραγματική ανάπτυξη 2,1%. Η διαφορά αντιστοιχεί σε έναν έμμεσο αποπληθωριστή περίπου 2,7%.
Ναι, ο πληθωρισμός αυξάνει τον παρονομαστή και μειώνει μηχανικά τον λόγο χρέους προς ΑΕΠ. Δεν είναι, όμως, ο μόνος παράγοντας. Ρόλο παίζουν η πραγματική ανάπτυξη, η μεταβολή του ίδιου του χρέους, τα πρωτογενή αποτελέσματα, οι πρόωρες αποπληρωμές και οι λογιστικές προσαρμογές.
ΚΕΑΟ: Αύξηση 17,04 δισ. ευρώ – Τα 11 δισ. είναι πρόσθετα τέλη
Εδώ η εικόνα είναι βαριά και απολύτως επίσημη.
Στο τέλος του 2019 το τρέχον υπόλοιπο των οφειλών στο ΚΕΑΟ ήταν 35,383 δισ. ευρώ. Στο τέλος Ιουνίου 2026 έφθασε τα 52,425 δισ. ευρώ. Η αύξηση είναι 17,042 δισ. ευρώ.
Υπάρχει, όμως, μία ακόμη κρίσιμη λεπτομέρεια. Από τα 52,425 δισ. ευρώ, η κύρια οφειλή είναι 30,306 δισ. ευρώ και τα πρόσθετα τέλη 22,119 δισ. ευρώ. Το 2019 η κύρια οφειλή ήταν 24,337 δισ. ευρώ και τα πρόσθετα τέλη 11,047 δισ. ευρώ.
Αυτό σημαίνει ότι από τη συνολική αύξηση των 17,042 δισ. ευρώ, περίπου 5,97 δισ. προέρχονται από αύξηση της κύριας οφειλής και περίπου 11,07 δισ. από πρόσθετα τέλη και προσαυξήσεις.
Οι επίσημες εκθέσεις του ΚΕΑΟ για το 2019 και το δεύτερο τρίμηνο του 2026 δείχνουν επίσης ότι στο συνολικό χαρτοφυλάκιο εντάσσονται νέες οφειλές, νέοι οφειλέτες και παλαιά χρέη, ενώ το υπόλοιπο μεταβάλλεται διαρκώς από ρυθμίσεις, πληρωμές, διαγραφές και προσαυξήσεις.
Το μέγεθος παραμένει εξαιρετικά ανησυχητικό. Δείχνει αδυναμία πληρωμής, συσσώρευση προσαυξήσεων και περιορισμένη εισπραξιμότητα μεγάλου τμήματος του χαρτοφυλακίου. Δεν αποτελεί, μόνο του, αναλογιστική απόδειξη ότι οι συντάξεις καταρρέουν. Αποτελεί, όμως, καθαρό σήμα ότι το ασφαλιστικό σύστημα και η πραγματική οικονομία κουβαλούν ένα τεράστιο βάρος.
Τα νούμερα δεν κάνουν λάθος – Οι ταμπέλες μπορούν
Η κυβέρνηση δεν δικαιούται να κρύβεται πίσω από την πτώση ενός ποσοστού και να αγνοεί την αύξηση των απόλυτων υποχρεώσεων, την εκτίναξη των repos, τα χρέη προς το ΚΕΑΟ και τις καθυστερήσεις πληρωμών του Δημοσίου.
Αλλά και η αντιπολίτευση δεν δικαιούται να προσθέτει διαφορετικές κατηγορίες σαν να είναι όλες άμεσα απαιτητό δημόσιο χρέος ή να συγκρίνει ανόμοια μεγέθη χωρίς επεξήγηση.
Η ακριβής εικόνα είναι πιο σύνθετη και γι’ αυτό πιο ανησυχητική: το χρέος του «Κράτους» αυξήθηκε κατά 65,963 δισ. ευρώ από το 2019 έως το 2025, το ενοποιημένο χρέος της Γενικής Κυβέρνησης αυξήθηκε κατά 31,862 δισ. ευρώ, ενώ ο λόγος του προς το ΑΕΠ μειώθηκε χάρη στην άνοδο του ονομαστικού ΑΕΠ και στη δημοσιονομική διαχείριση.
Ταυτόχρονα, η Κεντρική Διοίκηση στηρίζεται σε περίπου 65 δισ. ευρώ βραχυπρόθεσμου εσωτερικού δανεισμού, το ΚΕΑΟ κουβαλά 52,425 δισ. ευρώ οφειλών και οι εκκρεμότητες του Δημοσίου προς προμηθευτές και φορολογουμένους φθάνουν συνολικά τα 3,55 δισ. ευρώ.
Οι πολίτες θα κρίνουν την κυβέρνηση.
Τα νούμερα, όμως, δεν ανήκουν ούτε στην κυβέρνηση ούτε στην αντιπολίτευση. Και για να μη λένε ψέματα, πρέπει πρώτα να τα αφήνουμε να μιλούν με το σωστό τους όνομα.

