Πριν μιλήσει η επιστήμη, πριν αποφανθεί η Δικαιοσύνη, πριν υπάρξει στοιχειώδης θεσμική ψυχραιμία, ένα ολόκληρο σύστημα από «ειδικούς», συνδικαλιστές και τηλεοπτικά πάνελ έσπευσε να καταδικάσει ανήλικα παιδιά ως ενόχους για έναν θάνατο.
Η υπόθεση δεν αποκαλύπτει μόνο τη χυδαιότητα μέρους των ΜΜΕ. Αποκαλύπτει κάτι βαθύτερο και πιο επικίνδυνο: μια κοινωνία πρόθυμη να στιγματίσει δημόσια ανηλίκους, να τους φορτώσει ενοχές χωρίς απόδειξη και να βαφτίσει την ηθική υστερία «ενσυναίσθηση».
Η βιομηχανία της τηλεδιάγνωσης
Ακόμη και «έγκριτοι ψυχολόγοι» και «ψυχίατροι» αποφαίνονται δημοσίως, εξ αποστάσεως, σχεδόν με ιατροδικαστική βεβαιότητα, για την αιτία ενός αιμορραγικού εγκεφαλικού επεισοδίου.
Χωρίς όρια, χωρίς επίγνωση, χωρίς ευθύνη.
Μια 15χρονη μαθήτρια και η παρέα της παρουσιάζονται περίπου ως φυσικοί αυτουργοί ενός θανάτου, λες και η επιστημονική κρίση είναι τηλεοπτικό παράθυρο και η δημόσια συζήτηση ποινικό ακροατήριο.
Δεν πρόκειται για ενημέρωση. Πρόκειται για κοινωνικό λιντσάρισμα μεταμφιεσμένο σε ειδησεογραφία.
Τα παιδιά στο απόσπασμα, οι “ευαίσθητοι” στη σιωπή
Δεκάδες ανήλικοι μαθητές στιγματίζονται live σε πανελλαδική θέα ως «δολοφόνοι», την ώρα που ελάχιστοι αναρωτιούνται τι σημαίνει αυτό για τον ψυχισμό τους, την οικογένειά τους, τη μετέπειτα ζωή τους.
Σε μια τοπική κοινωνία όπου όλοι γνωρίζονται, το στίγμα δεν είναι θεωρία. Είναι κοινωνική καταδίκη.
Κι ενώ ο σύλλογος γονέων έχει εκδώσει ανακοινώσεις, η φωνή του σχεδόν εξαφανίζεται από το δημόσιο κάδρο.
Δεν εξυπηρετεί τη γραμμή της συγκινησιακής εκμετάλλευσης.
Δεν βολεύει το αφήγημα που έχουν ανάγκη οι συνδικαλιστές, τα πρόχειρα πάνελ και τα γελοία ΜΜΕ της δακρύβρεχτης αμορφωσιάς.
Η ηθική τρομοκρατία των ασφαλών πληκτρολογίων
Όσοι βλέπουν την αυτονόητη παραφροσύνη αυτής της υπόθεσης, συχνά σωπαίνουν.
Όχι γιατί δεν καταλαβαίνουν, αλλά γιατί φοβούνται.
Φοβούνται το νέο κύμα ηθικής τρομοκρατίας, όπου όποιος αρνείται να συμμετάσχει στο κυνήγι μαγισσών βαφτίζεται αυτόματα ανάλγητος ή ύποπτος.
Πίσω από οθόνες και πληκτρολόγια, ο κάθε «ειδικός» αισθάνεται ασφαλής.
Μοιράζει ενοχές, κατασκευάζει αιτιότητες, διασύρει παιδιά και νιώθει ηθικά δικαιωμένος.
Όταν όμως έρθει η ώρα της απόδειξης, όταν κληθεί να στηρίξει θεσμικά όσα εκστόμισε, αρχίζουν τα παρακάλια:
«Δεν ήξερα», «μια άποψη είπα», «παρεξηγήθηκα».
Πάντα το ίδιο έργο. Πάντα η ίδια δειλία μετά τη δημόσια εκτέλεση.
Το πιο αρρωστημένο στοιχείο αυτής της ιστορίας δεν είναι μόνο η δημοσιογραφική σαπίλα ούτε η επιστημονική ανευθυνότητα.
Είναι ότι μια ολόκληρη κοινωνική πτέρυγα θεωρεί απολύτως φυσιολογικό να συντρίβει ανήλικους ανθρώπους στο όνομα μιας δήθεν ηθικής ανωτερότητας.
Και αυτό δεν είναι ευαισθησία.
Είναι κανιβαλισμός.

