Ο Τάσος Δούσης προειδοποιεί για την κοινωνία που ασφυκτιά, ο Ανδρέας Δρυμιώτης βλέπει ακόμη και Ειδικό Δικαστήριο και το Μαξίμου εξακολουθεί να συμπεριφέρεται σαν να κυβερνά μια χώρα ευτυχισμένων
Δύο άνθρωποι που δύσκολα θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν «ακραίοι αντικυβερνητικοί» εκπέμπουν, σχεδόν ταυτόχρονα, σήμα κινδύνου προς το Μέγαρο Μαξίμου.
Ο Τάσος Δούσης μιλά για ένα τεράστιο κοινωνικό στρώμα που αισθάνεται περιφρονημένο, αποκλεισμένο και χωρίς μέλλον.
Ο πολιτικός αναλυτής Ανδρέας Δρυμιώτης προειδοποιεί ότι μια κατάρρευση της Νέας Δημοκρατίας κοντά ή κάτω από το 25% θα μπορούσε να αλλάξει όχι μόνο τους κυβερνητικούς συσχετισμούς, αλλά και τη δυνατότητα της επόμενης Βουλής να κινήσει διαδικασίες σχετικά με την υπόθεση των υποκλοπών.
Και όμως, στο κυβερνητικό επιτελείο συνεχίζουν να κοιτάζουν τις δημοσκοπήσεις σαν να διαβάζουν χρηματιστηριακό δελτίο.
Χάνουμε μισή μονάδα. Κερδίζουμε μία. Αντέχουμε. Είμαστε πρώτοι. Δεν υπάρχει αντίπαλος.
Αυτό ακριβώς είναι το λάθος τους.
Οι κυβερνήσεις δεν πέφτουν πάντοτε επειδή εμφανίζεται ξαφνικά ένας ακαταμάχητος αντίπαλος. Πέφτουν όταν η κοινωνία αποφασίζει ότι δεν αντέχει άλλο εκείνους που την κυβερνούν.
Η Ελλάδα των δύο κόσμων
Ο Δούσης περιγράφει μια χώρα κομμένη στα δύο.
Από τη μία πλευρά βρίσκεται ένα 20% ή 25% που ζει καλά. Σε αυτό υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι προόδευσαν έντιμα, εργάστηκαν, επιχειρούν και δημιουργούν. Υπάρχουν όμως, όπως καταγγέλλει στην ανάρτησή του, και οι μόνιμα ευνοημένοι: οι κρατικοδίαιτοι, οι ημέτεροι, οι κομματικά δικτυωμένοι, όσοι κινούνται γύρω από δημόσιες συμβάσεις, επιδοτήσεις και μηχανισμούς εξουσίας.
Από την άλλη πλευρά υπάρχει η μεγάλη πλειονότητα.
Ο άνθρωπος που πηγαίνει στο σούπερ μάρκετ με αριθμομηχανή.
Ο εργαζόμενος των 900 και των 1.000 ευρώ.
Ο νέος που δεν μπορεί να νοικιάσει σπίτι.
Το ζευγάρι που αναβάλλει επ’ αόριστον την απόκτηση παιδιού.
Ο οικογενειάρχης που δεν θυμάται πότε πήγε τελευταία φορά διακοπές.
Ο συνταξιούχος που πληρώνει πρώτα το ρεύμα, μετά τα φάρμακα και στο τέλος βλέπει τι απέμεινε για φαγητό.
Αυτοί οι άνθρωποι ακούν καθημερινά ότι η οικονομία «αντέχει», η χώρα «αναπτύσσεται» και οι επενδύσεις «απογειώνονται».
Μόνο που η δική τους ζωή δεν απογειώνεται.
Βουλιάζει.
«Τζάμπα» για τα παιδιά, εκατομμύρια για συμβούλους
Η κυβερνητική προπαγάνδα έχει ανακαλύψει μια πολύ βολική λέξη: το «τζάμπα».
Όταν προτείνεται δωρεάν μετακίνηση των νέων, κοινωνική κατοικία, ενίσχυση των χαμηλών εισοδημάτων ή κάποια καθολική κοινωνική παροχή, εμφανίζονται αμέσως οι τηλεοπτικοί λογιστές της εξουσίας.
«Πού θα βρεθούν τα λεφτά;»
«Ποιος θα πληρώσει;»
«Δεν υπάρχουν λεφτόδεντρα».
Όταν όμως το κράτος αναθέτει έργα και υπηρεσίες σε συμβουλευτικές εταιρείες, οι ίδιες φωνές σιωπούν. Δημοσιευμένη έρευνα για τις δημόσιες συμβάσεις υποστηρίζει ότι οι σχετικές δαπάνες από το 2019 έως το 2025 ξεπέρασαν ακόμη και το 1,5 δισεκατομμύριο ευρώ, έναντι περίπου 22,8 εκατ. ευρώ την περίοδο 2017–2019.
Δεν σημαίνει ότι κάθε σύμβαση ήταν παράνομη ή άχρηστη.
Σημαίνει όμως ότι η κυβέρνηση οφείλει να παρουσιάσει αναλυτικά:
ποιοι πληρώθηκαν, πόσα πληρώθηκαν, για ποιο αντικείμενο, με ποιο παραδοτέο και με ποιο μετρήσιμο αποτέλεσμα.
Διότι όταν απαιτείς από τον πολίτη να δικαιολογήσει ακόμη και το τελευταίο ευρώ μιας παροχής, δεν μπορείς να ζητάς λευκή επιταγή για εκατοντάδες εκατομμύρια κρατικών αναθέσεων.
Το δημόσιο χρήμα δεν γίνεται λιγότερο δημόσιο όταν καταλήγει σε γραφεία συμβούλων.
ΒΟΑΚ: Οι αριθμοί πρέπει να λέγονται σωστά — αλλά το πολιτικό ερώτημα παραμένει
Η ανάρτηση αναφέρεται και σε ποσό 350 εκατ. ευρώ ως «ποινική ρήτρα» για τον ΒΟΑΚ. Εδώ απαιτείται ακρίβεια.
Το ποσό των 350 εκατ. ευρώ αφορά τον προϋπολογισμό του τμήματος Χερσόνησος–Νεάπολη. Η αποζημίωση που έχει δημοσιευθεί για τις καθυστερήσεις στο συγκεκριμένο ΣΔΙΤ ανέρχεται σε περίπου 124,5 εκατ. ευρώ, ενώ άλλο δημοσίευμα υπολογίζει το συνολικό κόστος αποζημιώσεων σε δύο τμήματα περίπου στα 145 εκατ. ευρώ.
Το ποσό, λοιπόν, δεν χρειάζεται να διογκωθεί για να προκαλέσει.
Τα 124,5 εκατομμύρια είναι ήδη ένα τεράστιο ποσό.
Και το πολιτικό ερώτημα παραμένει αμείλικτο:
Ποιος ευθύνεται για τις κρατικές καθυστερήσεις που υποχρεώνουν τον φορολογούμενο να καταβάλλει αποζημιώσεις στους αναδόχους;
Ποιος παρέλαβε τους διαγωνισμούς;
Ποιος υπέγραψε τα χρονοδιαγράμματα;
Ποιος δεν είχε ολοκληρώσει εγκαίρως απαλλοτριώσεις, μελέτες και παραδόσεις χώρων;
Γιατί στην Ελλάδα οι κυβερνητικές αστοχίες δεν πληρώνονται ποτέ από εκείνους που τις προκαλούν, αλλά πάντοτε από τον πολίτη;
Ο «ψεκασμένος» πολίτης που τελικά ψηφίζει
Η μεγαλύτερη πολιτική βλακεία της σημερινής εξουσίας είναι η περιφρόνηση.
Όποιος διαφωνεί είναι «λαϊκιστής».
Όποιος δεν πείθεται είναι «ψεκασμένος».
Όποιος αγανακτεί είναι «τοξικός».
Όποιος αδυνατεί να πληρώσει, μάλλον δεν προσπάθησε αρκετά.
Όποιος αντιδρά στις ανισότητες, θέλει να επιστρέψει η χώρα στα μνημόνια.
Έτσι οικοδομούνται οι πολιτικές εκρήξεις.
Όχι επειδή εκατομμύρια πολίτες ξυπνούν ξαφνικά και αποφασίζουν να γίνουν ακραίοι, αλλά επειδή αντιλαμβάνονται ότι το πολιτικό σύστημα τούς έχει διαγράψει από τον χάρτη.
Ο Δούσης χρησιμοποιεί τα παραδείγματα της Χίλαρι Κλίντον και της Κάμαλα Χάρις απέναντι στον Ντόναλντ Τραμπ. Το μήνυμα δεν είναι ότι η Ελλάδα θα αντιγράψει μηχανικά την Αμερική.
Το μήνυμα είναι άλλο:
Όταν προσβάλλεις επί χρόνια τους δυσαρεστημένους, κάποια στιγμή ψηφίζουν όχι αυτόν που εμπιστεύονται περισσότερο, αλλά αυτόν που πιστεύουν ότι θα τιμωρήσει εκείνους που τους ταπείνωσαν.
Η προειδοποίηση Δρυμιώτη και ο φόβος του Ειδικού Δικαστηρίου
Η τοποθέτηση του Ανδρέα Δρυμιώτη είναι ακόμη πιο βαριά πολιτικά.
Ο αναλυτής υποστήριξε ότι, εάν η Νέα Δημοκρατία περιοριστεί περίπου στο 25% και εκλέξει γύρω στους 75 βουλευτές, οι υπόλοιπες πολιτικές δυνάμεις θα διαθέτουν αριθμητικά τη δυνατότητα να προωθήσουν διαδικασία παραπομπής για την υπόθεση των υποκλοπών.
Το Σύνταγμα προβλέπει ότι για τη συγκρότηση ειδικής κοινοβουλευτικής επιτροπής προκαταρκτικής εξέτασης απαιτείται η απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των βουλευτών, δηλαδή τουλάχιστον 151 ψήφοι. Αυτό, βεβαίως, δεν σημαίνει αυτόματη παραπομπή ούτε προκαταβολική κρίση ενοχής· σημαίνει ότι οι κοινοβουλευτικοί συσχετισμοί μπορούν να καταστήσουν εφικτή μια διαδικασία που σήμερα πολιτικά δεν είναι.
Άρα το πρόβλημα για τον Κυριάκο Μητσοτάκη δεν είναι μόνο αν θα παραμείνει πρωθυπουργός.
Είναι και τι Βουλή θα αφήσει πίσω του.
Με ποιους συσχετισμούς.
Με ποια αντιπολίτευση.
Και με πόσους πρώην φίλους έτοιμους να δηλώσουν ότι «δεν γνώριζαν τίποτα».
Ο Σαμαράς και η διάλυση της βεβαιότητας
Στην κυβερνητική εξίσωση εισέρχεται και ο Αντώνης Σαμαράς.
Οι κινήσεις και οι δημόσιες δηλώσεις του έχουν ενισχύσει τα σενάρια δημιουργίας νέου πολιτικού φορέα, ενώ ακόμη και κυβερνητικά στελέχη αναγνωρίζουν ότι μια τέτοια εξέλιξη θα προκαλούσε εκλογική ζημιά στη Νέα Δημοκρατία.
Μπορεί ένα κόμμα Σαμαρά να μην κυβερνήσει ποτέ.
Δεν χρειάζεται όμως να κυβερνήσει για να ανατρέψει το σκηνικό.
Αρκεί να αφαιρέσει κρίσιμες μονάδες από τη ΝΔ.
Αρκεί να στερήσει έδρες.
Αρκεί να εμποδίσει την αυτοδυναμία.
Αρκεί να μετατρέψει τη σημερινή κυβερνητική αλαζονεία σε αυριανή κοινοβουλευτική απομόνωση.
Το Μαξίμου δεν κινδυνεύει από τον Τσίπρα ή την Καρυστιανού — κινδυνεύει από την κοινωνία
Η κυβέρνηση κάνει ξανά το ίδιο λάθος.
Ψάχνει ποιος είναι ο αντίπαλός της.
Ο Τσίπρας;
Η Καρυστιανού;
Ο Σαμαράς;
Το ΠΑΣΟΚ;
Κάποιο νέο κόμμα που δεν έχει ακόμη ανακοινωθεί;
Ο πραγματικός αντίπαλος της κυβέρνησης δεν είναι ένα πρόσωπο.
Είναι η συσσωρευμένη οργή.
Είναι η ακρίβεια.
Είναι τα ενοίκια.
Είναι η αίσθηση ατιμωρησίας.
Είναι η πεποίθηση ότι υπάρχει ένα κράτος αυστηρό για τον αδύναμο και απλόχερο για τον ισχυρό.
Είναι η εικόνα μιας εξουσίας που φωτογραφίζεται με επενδυτές, εργολάβους, συμβούλους και κομματικούς παράγοντες, αλλά δεν έχει χρόνο να κοιτάξει στα μάτια τον εργαζόμενο που δεν βγάζει τον μήνα.
Ο πολίτης μπορεί να συγχωρήσει μια δύσκολη περίοδο.
Μπορεί να συγχωρήσει λάθη.
Μπορεί ακόμη και να δεχθεί θυσίες όταν πιστεύει ότι κατανέμονται δίκαια.
Δεν συγχωρεί όμως για πάντα την κοροϊδία.
Το σοκ δεν θα έρθει από το πουθενά
Όταν φτάσει η βραδιά των εκλογών, οι γνωστοί τηλεοπτικοί αναλυτές θα μιλούν για «αιφνιδιασμό».
Θα αναζητούν «κρυφή ψήφο».
Θα ανακαλύπτουν την τελευταία στιγμή τους νέους, τους χαμηλόμισθους, τους επαγγελματίες, τους ανθρώπους της περιφέρειας και όσους απείχαν στις προηγούμενες εκλογές.
Θα λένε ότι «κανείς δεν το περίμενε».
Θα είναι ψέμα.
Το εκλογικό σοκ θα έχει προαναγγελθεί.
Στα ταμεία των σούπερ μάρκετ.
Στα ενοικιαστήρια των 700 ευρώ.
Στους μισθούς των 1.000 ευρώ.
Στα παιδιά που μένουν στο πατρικό τους μέχρι τα 35.
Στους πολίτες που παρακολουθούν δισεκατομμύρια να αλλάζουν χέρια, ενώ οι ίδιοι δέχονται μαθήματα δημοσιονομικής υπευθυνότητας για λίγα ευρώ κοινωνικής ενίσχυσης.
Το πρόβλημα του Κυριάκου Μητσοτάκη δεν είναι ότι δεν τον καταλαβαίνει η κοινωνία.
Είναι ότι η κοινωνία τον κατάλαβε.
Και όταν το 75% που αισθάνεται ξεχασμένο αποφασίσει να απαντήσει, καμία εταιρεία δημοσκοπήσεων, κανένας επικοινωνιολόγος και κανένα φιλικό δελτίο ειδήσεων δεν θα μπορεί να σταματήσει τον λογαριασμό.
Το σοκ των εκλογών μπορεί πράγματι να είναι πολύ μεγάλο.
Όχι επειδή οι πολίτες τρελάθηκαν.
Αλλά επειδή κουράστηκαν να τους περνούν για τρελούς.

