ΕΦΕΤ, υπουργείο, περιφέρειες και ΔΑΟΚ μοιράζονται αρμοδιότητες, αλλά όχι πάντα πληροφορίες – Η υπόθεση με τους 6,2 τόνους ακατάλληλων κρεάτων αποκάλυψε ένα επικίνδυνα κατακερματισμένο σύστημα
Έξι και πλέον τόνοι ακατάλληλων τροφίμων, μια επιχείρηση που εμφανιζόταν σε ένα μητρώο αλλά ήταν άγνωστη σε άλλο, παλιοί κωδικοί, διαφορετικές εταιρικές επωνυμίες και προϊόντα που διοχετεύονταν σε περίπου 20 σημεία πώλησης.
Η υπόθεση που αποκαλύφθηκε στο Ίλιον δεν είναι απλώς ακόμη ένα περιστατικό παραβατικότητας στην αγορά τροφίμων. Είναι η ακτινογραφία ενός κρατικού μηχανισμού που διαθέτει πολλούς ελεγκτικούς φορείς, αλλά κανένα πραγματικά ενιαίο κέντρο εποπτείας.
Ο πολίτης θεωρεί αυτονόητο ότι κάποιος ελέγχει το κρέας, το γάλα, τα ψάρια και όλα όσα φτάνουν καθημερινά στο τραπέζι του. Στην πράξη, όμως, η ευθύνη μοιράζεται ανάμεσα στον ΕΦΕΤ, στις υπηρεσίες του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης, στις περιφέρειες, στις Διευθύνσεις Αγροτικής Οικονομίας και Κτηνιατρικής και σε άλλους φορείς.
Όλοι είναι αρμόδιοι για ένα κομμάτι. Κανείς, όμως, δεν φαίνεται να έχει καθαρή εικόνα για ολόκληρη την αλυσίδα.
Μια επιχείρηση που «υπήρχε» και δεν υπήρχε
Η επιχείρηση επεξεργασίας κρέατος στο Ίλιον φέρεται να λειτουργούσε σε χώρο όπου παρασκευάζονταν σουβλάκια, γύρος και μαριναρισμένα κρέατα. Οι υπηρεσίες της Περιφέρειας Αττικής έφτασαν εκεί μετά από καταγγελία πολίτη για όχληση.
Τότε διαπιστώθηκε ότι η εγκατάσταση δεν περιλαμβανόταν στο μητρώο της Περιφέρειας, παρότι υπήρχε σχετική καταχώριση στα αρχεία εγκεκριμένων εγκαταστάσεων του ΕΦΕΤ.
Ο έλεγχος αποκάλυψε ακόμη μεγαλύτερη σύγχυση. Η εταιρεία που εμφανιζόταν επισήμως είχε διακόψει τη λειτουργία της, ενώ στον ίδιο χώρο δραστηριοποιούνταν διαφορετική επιχείρηση, χωρίς την απαιτούμενη έγκριση για παραγωγή, επεξεργασία και διακίνηση κρέατος. Παράλληλα, στα προϊόντα χρησιμοποιούνταν κωδικός ο οποίος δεν βρισκόταν πλέον σε ισχύ.
Από τον χώρο κατασχέθηκαν συνολικά 6,2 τόνοι ακατάλληλων τροφίμων ζωικής προέλευσης. Σύμφωνα με τα στοιχεία της υπόθεσης, μέρος της παραγωγής κατευθυνόταν σε περίπου 20 επιχειρήσεις.
Το πιο ανησυχητικό είναι ότι, μετά την κατάσχεση, φέρεται να έγινε προσπάθεια διοχέτευσης των προϊόντων στην αγορά, αξιοποιώντας ακριβώς τη διοικητική σύγχυση γύρω από την πραγματική ταυτότητα της επιχείρησης.
ΕΦΕΤ μόνο κατ’ όνομα «Ενιαίος»
Ο Ενιαίος Φορέας Ελέγχου Τροφίμων ιδρύθηκε πριν από 27 χρόνια με σκοπό να αποτελέσει την κεντρική αρχή ελέγχου της διατροφικής αλυσίδας.
Σχεδόν τρεις δεκαετίες αργότερα, το «Ενιαίος» παραμένει περισσότερο στον τίτλο παρά στην καθημερινή λειτουργία του συστήματος.
Οι εμπλεκόμενες υπηρεσίες καταγράφουν τον αριθμό των ελέγχων που πραγματοποιούν και αποστέλλουν τα σχετικά στοιχεία στο εθνικό πληροφοριακό σύστημα. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι υπάρχει πλήρης εικόνα για το ποια επιχείρηση ελέγχθηκε, με ποια μεθοδολογία, τι ακριβώς εντοπίστηκε και αν οι παραβάσεις αντιμετωπίστηκαν οριστικά.
Έτσι μπορεί δύο διαφορετικά κλιμάκια να επισκεφθούν την ίδια επιχείρηση ακόμη και την ίδια ημέρα, ενώ κάποιο άλλο σημείο παραγωγής ή διακίνησης τροφίμων να μείνει ανεξέλεγκτο για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Το κράτος, δηλαδή, μετράει ελέγχους, χωρίς να είναι βέβαιο ότι αξιολογεί αποτελεσματικά το αποτέλεσμά τους.
Εντολές από το υπουργείο, υπάλληλοι των περιφερειών
Το διοικητικό χάος γίνεται ακόμη μεγαλύτερο εξαιτίας του τρόπου με τον οποίο κατανέμονται οι αρμοδιότητες.
Το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και ο ΕΦΕΤ μπορούν να ζητούν ελέγχους και να εκδίδουν οδηγίες. Το προσωπικό, όμως, που καλείται να τους πραγματοποιήσει ανήκει σε μεγάλο βαθμό στις 13 περιφέρειες της χώρας.
Οι ΔΑΟΚ υπάγονται διοικητικά στις περιφερειακές αρχές. Επομένως, εκείνος που δίνει την κατεύθυνση δεν είναι πάντοτε εκείνος που αποφασίζει για τη στελέχωση, τις προτεραιότητες και την καθημερινή διάθεση των ελεγκτών.
Ο ΕΦΕΤ επιχειρεί να γεφυρώσει το κενό μέσω μνημονίων συνεργασίας με τις περιφέρειες. Ακόμη και αυτή η λύση, όμως, εξαρτάται από τη διάθεση και την πρακτική κάθε περιφερειακής υπηρεσίας.
Οι προειδοποιήσεις της Ευρώπης έμειναν στο συρτάρι
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει επισημάνει επανειλημμένα τις αδυναμίες του ελληνικού μηχανισμού.
Στον γαλακτοκομικό τομέα έχουν καταγραφεί προβλήματα που σχετίζονται με την έλλειψη επαρκώς εκπαιδευμένου προσωπικού, τον ανεπαρκή συντονισμό και τη μη συστηματική κοινοποίηση των αποτελεσμάτων μεταξύ των αρμόδιων αρχών.
Ανάλογη εικόνα είχε παρουσιαστεί και στους ελέγχους των αλιευτικών προϊόντων: χρόνια υποστελέχωση, αδυναμία τήρησης της προβλεπόμενης συχνότητας των επιθεωρήσεων και περιορισμένη αποτελεσματικότητα στον εντοπισμό παραβάσεων.
Η ευρωπαϊκή στρατηγική προβλέπει συνεχή ιχνηλάτηση «από το αγρόκτημα στο πιάτο». Στην Ελλάδα, όμως, η αλυσίδα των ελέγχων εξακολουθεί να σπάει ανάμεσα σε διαφορετικές υπηρεσίες, μητρώα και διοικητικούς προϊσταμένους.
Πρόστιμα που δεν αποτρέπουν και επιχειρήσεις που αλλάζουν όνομα
Στο ίδιο προβληματικό πλαίσιο προστίθεται και η αποτελεσματικότητα των κυρώσεων.
Για μια μεγάλη επιχείρηση, ένα περιορισμένο πρόστιμο μπορεί να αντιμετωπιστεί ως απλό λειτουργικό κόστος και όχι ως πραγματική τιμωρία. Σε άλλες περιπτώσεις, μια επιχείρηση κλείνει με συγκεκριμένη επωνυμία και λίγο αργότερα εμφανίζεται στον ίδιο χώρο με διαφορετικό εταιρικό σχήμα.
Ο πρώην πρόεδρος του ΕΦΕΤ και καθηγητής Μικροβιολογίας Τροφίμων, Γιώργος Νυχάς, έχει επισημάνει ότι δεν είναι δυνατόν να υπάρχει ένας ελεγκτής έξω από κάθε επιχείρηση. Απαιτούνται μοντέλα πρόληψης, αξιολόγηση κινδύνου και ουσιαστικές κυρώσεις όταν οι κανόνες δεν εφαρμόζονται.
Ο σημερινός πρόεδρος του ΕΦΕΤ, Αντώνης Ζαμπέλας, έχει προτείνει τη μετατροπή του φορέα σε ανεξάρτητη αρχή, με πραγματική ενοποίηση και συντονισμό ολόκληρου του ελεγκτικού μηχανισμού.
Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν υπάρχουν ελεγκτικές υπηρεσίες. Υπάρχουν πολλές.
Το ερώτημα είναι αν επικοινωνούν, αν γνωρίζουν τι ελέγχει η καθεμία και αν μπορούν να σταματήσουν εγκαίρως ένα ακατάλληλο προϊόν πριν φτάσει στον καταναλωτή.
Γιατί όταν μια παράνομη μονάδα μπορεί να λειτουργεί ανάμεσα σε δύο διαφορετικά μητρώα και 6,2 τόνοι ακατάλληλων τροφίμων βρίσκονται ένα βήμα πριν από την αγορά, τότε το σύστημα δεν έχει απλώς «κενά».
Είναι επικίνδυνα τυφλό.

