Από τα ταξί και τους λογαριασμούς-σοκ μέχρι τις ψεύτικες κρατήσεις και το ηλεκτρονικό «ψάρεμα» – Τα κρούσματα που πληγώνουν τον επισκέπτη και εκθέτουν το ελληνικό τουριστικό προϊόν
Η Ελλάδα γεμίζει κάθε καλοκαίρι από εκατομμύρια επισκέπτες. Μαζί με τους ταξιδιώτες, όμως, εμφανίζονται και εκείνοι που βλέπουν την τουριστική περίοδο ως ευκαιρία για γρήγορη αρπαχτή: υπερβολικά κόμιστρα, κρυφές χρεώσεις, αποδείξεις που δεν εκδίδονται, λογαριασμοί χωρίς προηγούμενη ενημέρωση και, πλέον, καλοστημένες ψηφιακές απάτες.
Τα περιστατικά αυτά δεν χαρακτηρίζουν το σύνολο της ελληνικής αγοράς. Αδικούν, όμως, τη μεγάλη πλειονότητα των επαγγελματιών που εργάζεται νόμιμα και επενδύει στη φιλοξενία. Και κάθε φορά που ένας επισκέπτης εξαπατάται, η ζημιά δεν περιορίζεται στο πορτοφόλι του. Μεταφέρεται στις αξιολογήσεις, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και τελικά στη διεθνή εικόνα της χώρας.
Το 37,42% δεν είναι μια αθώα υποσημείωση
Η ΑΑΔΕ ανακοίνωσε ότι στους στοχευμένους ελέγχους που πραγματοποιήθηκαν από τις 20 έως τις 26 Ιουλίου σε περιοχές με αυξημένη τουριστική κίνηση, ο δείκτης παραβατικότητας διαμορφώθηκε στο 37,42%.
Σε 2.252 ελέγχους εντοπίστηκαν παραβάσεις σε 732 επιχειρήσεις, καταγράφηκαν 13.287 φορολογικές παραβάσεις, επιβλήθηκαν πρόστιμα άνω του ενός εκατομμυρίου ευρώ και οκτώ επιχειρήσεις έκλεισαν για 48 ώρες.
Χρειάζεται, βεβαίως, μία ουσιώδης διευκρίνιση: οι έλεγχοι ήταν στοχευμένοι, βάσει ανάλυσης κινδύνου, και δεν αποτελούν τυχαίο δείγμα ολόκληρης της τουριστικής αγοράς. Το εύρημα, ωστόσο, παραμένει βαρύ. Δείχνει ότι πίσω από τη λαμπερή βιτρίνα του τουρισμού εξακολουθούν να υπάρχουν εστίες συστηματικής παραβατικότητας.
Η «χρυσή» διαδρομή των 175 ευρώ
Οι υπερχρεώσεις στα ταξί αποτελούν μία από τις πιο ορατές μορφές εκμετάλλευσης των επισκεπτών. Χαρακτηριστική είναι η υπόθεση οδηγού που συνελήφθη στην Αθήνα, καθώς φέρεται να εισέπραξε 175 ευρώ για διαδρομή από το αεροδρόμιο προς το κέντρο της πρωτεύουσας — ποσό μεγαλύτερο από το τετραπλάσιο του νόμιμου κομίστρου.
Στο Λαύριο καταγράφηκαν επίσης συλλήψεις οδηγών για χρεώσεις που υπερέβαιναν τα προβλεπόμενα ποσά. Πρόκειται για περιστατικά που δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως μεμονωμένες «πονηριές». Είναι πράξεις που δυσφημούν έναν ολόκληρο επαγγελματικό κλάδο και δημιουργούν στον ταξιδιώτη την αίσθηση ότι, από τη στιγμή που κατεβαίνει από το αεροπλάνο ή το πλοίο, πρέπει να βρίσκεται διαρκώς σε άμυνα.
Στο ίδιο κάδρο μπαίνουν και οι καταγγελίες για λογαριασμούς-σοκ σε χώρους εστίασης, όταν οι τιμές δεν παρουσιάζονται με σαφήνεια ή όταν ο πελάτης καλείται να πληρώσει ποσά που δεν μπορούσε να προβλέψει. Η νομοθεσία για τους τιμοκαταλόγους και τις αποδείξεις δεν είναι διακοσμητική. Είναι η στοιχειώδης ασπίδα του καταναλωτή.
Η απάτη μετακόμισε στην οθόνη
Η μεγαλύτερη αλλαγή βρίσκεται πλέον στο ψηφιακό πεδίο. Οι δράστες δεν περιμένουν τον τουρίστα στον δρόμο. Τον εντοπίζουν πριν ακόμη ταξιδέψει.
Στήνουν ιστοσελίδες που μοιάζουν με γνωστές πλατφόρμες ή με πραγματικά καταλύματα, διαφημίζουν ανύπαρκτες βίλες και ζητούν προκαταβολές. Σε άλλες περιπτώσεις υποκλέπτουν κωδικούς επιχειρήσεων φιλοξενίας και στέλνουν στον πελάτη πειστικά, εξατομικευμένα μηνύματα, ζητώντας νέα επιβεβαίωση της κάρτας ή άμεση πληρωμή μέσω συνδέσμου.
Το μήνυμα μπορεί να περιλαμβάνει το πραγματικό όνομα του ξενοδοχείου, τις σωστές ημερομηνίες και τα στοιχεία της κράτησης. Αυτή ακριβώς η αληθοφάνεια κάνει την κοινωνική μηχανική τόσο επικίνδυνη. Ο πολίτης δεν παραβιάζεται μόνο τεχνικά· πείθεται να παραδώσει μόνος του τα στοιχεία ή τα χρήματά του.
Λιγότερες απάτες, αλλά ζημιές εκατομμυρίων
Τα επίσημα στοιχεία για το 2025 δείχνουν βελτίωση στον αριθμό των περιστατικών απάτης με κάρτες. Σε περίπου 2,76 δισεκατομμύρια συναλλαγές καταγράφηκαν 363.101 συναλλαγές απάτης, μειωμένες κατά 9% σε σχέση με το 2024. Η αναλογία ήταν 0,013%, δηλαδή περίπου μία παράνομη συναλλαγή ανά 7.600 νόμιμες.
Η αξία τους, όμως, έφθασε τα 22,6 εκατομμύρια ευρώ. Ως ποσοστό της συνολικής αξίας των συναλλαγών, ο σωστός δείκτης είναι 0,019% — ένα ευρώ απάτης ανά περίπου 5.300 ευρώ συναλλαγών. Ιδιαίτερη προσοχή απαιτούν οι εξ αποστάσεως πληρωμές χωρίς φυσική παρουσία κάρτας, όπου η αξία της απάτης αυξήθηκε κατά 4%.
Με απλά λόγια: τα συστήματα ασφαλείας περιορίζουν αρκετές από τις παλιές μεθόδους, αλλά οι απατεώνες προσαρμόζονται. Από την κλοπή της κάρτας περνούν στην κλοπή της εμπιστοσύνης.
Η Ελλάδα παραμένει ισχυρός προορισμός — αλλά δεν έχει περιθώριο εφησυχασμού
Παρά τα αρνητικά περιστατικά, η συνολική εμπειρία των επισκεπτών στα ελληνικά ξενοδοχεία παραμένει σε υψηλό επίπεδο. Ο γενικός δείκτης ικανοποίησης για το 2025 διαμορφώθηκε στο 87%, με ιδιαίτερα υψηλές επιδόσεις στην καθαριότητα και στην εξυπηρέτηση.
Αυτό, όμως, δεν αποτελεί συγχωροχάρτι. Όσο ο ταξιδιώτης αναζητεί περισσότερο την πραγματική σχέση ποιότητας και τιμής, κάθε κρυφή χρέωση, κάθε «πειραγμένο» κόμιστρο και κάθε ψηφιακή παγίδα λειτουργεί ως αρνητική διαφήμιση για τη χώρα.
Ο επισκέπτης οφείλει να ελέγχει τον τιμοκατάλογο, να ζητά απόδειξη, να επιβεβαιώνει απευθείας με το κατάλυμα κάθε ύποπτο αίτημα πληρωμής και να μην καταχωρίζει στοιχεία κάρτας σε συνδέσμους που λαμβάνει με μήνυμα ή ηλεκτρονικό ταχυδρομείο. Οι αρχές, από την πλευρά τους, οφείλουν να εξασφαλίσουν συνεχείς ελέγχους, γρήγορες κυρώσεις και ουσιαστική ενημέρωση σε πολλές γλώσσες.
Ο ελληνικός τουρισμός δεν χρειάζεται ωραιοποίηση. Χρειάζεται προστασία. Γιατί η φιλοξενία χτίζεται επί χρόνια, αλλά μπορεί να τραυματιστεί μέσα σε λίγα λεπτά — με έναν λογαριασμό, μία διαδρομή ή ένα παραπλανητικό κλικ.

