Τόκοι και προμήθειες γεμίζουν τα τραπεζικά ταμεία – Το Δημόσιο αποεπένδυσε για 3,5 δισ. ευρώ και σήμερα η χρηματιστηριακή αξία των τραπεζών ξεπερνά τα 50 δισ.
Οι αριθμοί δεν αφήνουν περιθώρια για επικοινωνιακές ωραιοποιήσεις. Οι τέσσερις συστημικές τράπεζες κατέγραψαν στο πρώτο εξάμηνο του 2026 συνολικά καθαρά κέρδη περίπου 2,5 δισ. ευρώ.
Τα καθαρά έσοδα από τόκους ξεπέρασαν τα 4,1 δισ. ευρώ, ενώ τα έσοδα από προμήθειες κινήθηκαν κοντά στα 1,45 δισ. ευρώ. Eurobank, Εθνική, Πειραιώς και Alpha Bank εμφανίζουν ισχυρή κερδοφορία, αυξάνουν τους στόχους τους και προετοιμάζουν νέες αποδόσεις προς τους μετόχους τους.
Για τις τράπεζες, λοιπόν, η οικονομία πηγαίνει περίφημα.
Για τον πολίτη, όμως, η ίδια «ανάπτυξη» μεταφράζεται σε ακριβά στεγαστικά και επιχειρηματικά δάνεια, χαμηλές αποδόσεις καταθέσεων, χρεώσεις, προμήθειες και καθημερινή ανασφάλεια απέναντι στους servicers και στους πλειστηριασμούς.
Κέρδη από τόκους και προμήθειες
Η μεγάλη τραπεζική κερδοφορία δεν έπεσε από τον ουρανό. Πατάει πάνω στη διαφορά μεταξύ των επιτοκίων καταθέσεων και δανείων, στη διεύρυνση των χρηματοδοτήσεων και στην αύξηση των εσόδων από κάθε είδους τραπεζικές υπηρεσίες.
Ακόμη και όταν περιορίστηκαν ορισμένες χρεώσεις ύστερα από την κοινωνική κατακραυγή, οι τράπεζες βρήκαν νέες πηγές προμηθειών: κάρτες, πληρωμές, ασφαλιστικά και επενδυτικά προϊόντα, διαχείριση περιουσίας και επιχειρηματικές συναλλαγές.
Η εικόνα είναι χαρακτηριστική: μέσα σε μόλις έξι μήνες οι τέσσερις τράπεζες συγκέντρωσαν από τόκους και προμήθειες ποσό που ξεπερνά τα 5,5 δισ. ευρώ.
Τα 3,5 δισ. ευρώ της αποεπένδυσης
Το ελληνικό Δημόσιο, μέσω του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, διέθεσε κατά την περίοδο 2023–2024 τις συμμετοχές του στις συστημικές τράπεζες. Τα συνολικά έσοδα από τις συναλλαγές αποεπένδυσης ανήλθαν περίπου στα 3,5 δισ. ευρώ.
Χρειάζεται μία αριθμητική διευκρίνιση: τα 3,5 δισ. ευρώ αφορούσαν την πώληση των ποσοστών που κατείχε τότε το ΤΧΣ και όχι το 100% των τεσσάρων τραπεζών. Επομένως, η άμεση σύγκριση με τη σημερινή συνολική κεφαλαιοποίηση δεν είναι απολύτως ομοειδής.
Το πολιτικό ερώτημα, ωστόσο, παραμένει τεράστιο.
Το Δημόσιο και οι φορολογούμενοι στήριξαν επί χρόνια το τραπεζικό σύστημα με δεκάδες δισεκατομμύρια ευρώ. Οι κρατικές συμμετοχές πουλήθηκαν όταν οι αποτιμήσεις ήταν αισθητά χαμηλότερες, ενώ σήμερα η συνολική χρηματιστηριακή αξία των εισηγμένων τραπεζών έχει ξεπεράσει τα 50 δισ. ευρώ.
Ποιος καρπώθηκε τελικά τη μεγάλη υπεραξία;
Ισχυρές τράπεζες, αδύναμη κοινωνία
Κανείς δεν υποστηρίζει ότι η χώρα χρειάζεται προβληματικές τράπεζες. Το αντίθετο. Χρειάζεται ισχυρές τράπεζες που θα χρηματοδοτούν την πραγματική οικονομία, τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, την κατοικία και την παραγωγή.
Το ερώτημα είναι εάν η τραπεζική εξυγίανση έγινε για να υπηρετήσει την οικονομία ή εάν η οικονομία μετατράπηκε σε μηχανισμό εξυπηρέτησης της τραπεζικής κερδοφορίας.
Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας εμφανίζεται ιδιαίτερα αυστηρή όταν μιλά για μισθούς, συντάξεις, κοινωνικές δαπάνες και δημοσιονομικά όρια. Απέναντι όμως στις τράπεζες, στους ενεργειακούς ομίλους, στους μεγάλους εργολάβους και στις ιδιαίτερα συγκεντρωμένες αγορές, η αποφασιστικότητά της εξαντλείται συνήθως σε συστάσεις και επικοινωνιακές παρεμβάσεις.
Σε κρίσιμους κλάδους της ελληνικής οικονομίας κυριαρχούν ελάχιστοι μεγάλοι όμιλοι, με τεράστια οικονομική δύναμη και προνομιακή πρόσβαση στα κέντρα αποφάσεων. Οι πολίτες βιώνουν τα αποτελέσματα στις τραπεζικές συναλλαγές, στους λογαριασμούς ενέργειας, στα ράφια των σουπερμάρκετ και στα μεγάλα δημόσια έργα.
Και όταν μια κυβερνητική πολιτική παράγει σταθερά κέρδη για τους ίδιους μεγάλους παίκτες, η πολιτική και επικοινωνιακή στήριξή τους προς το σύστημα που τους ευνοεί δεν προκαλεί καμία έκπληξη.
Οι τράπεζες έσωσαν τους ισολογισμούς τους. Οι μέτοχοι βλέπουν μερίσματα και υπεραξίες. Η κυβέρνηση μιλά για «success story».
Ο φορολογούμενος, που πλήρωσε τη διάσωση, τι ακριβώς κέρδισε;

