Η κυβέρνηση πανηγυρίζει για τους δείκτες, αλλά η πραγματική οικονομία βουλιάζει στην παραγωγική αδυναμία, στο εξωτερικό έλλειμμα και στην υπερχρέωση νοικοκυριών, επιχειρήσεων και χώρας.
Η μεγάλη παγίδα στην ελληνική οικονομία είναι ότι συζητάμε για το χρέος σαν να είναι μόνο ένας αριθμός στον κρατικό προϋπολογισμό. Δεν είναι. Το χρέος μιας χώρας δεν είναι μόνο το δημόσιο χρέος. Είναι και το ιδιωτικό. Είναι και το εξωτερικό. Είναι και η παραγωγική της βάση. Είναι και το εμπορικό της ισοζύγιο. Είναι και το αν παράγει ή αν απλώς καταναλώνει με δανεικά, εισαγωγές, επιδοτήσεις και φορολογική εξάντληση.
Ναι, τα επίσημα στοιχεία δείχνουν ότι το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ μειώθηκε το 2025 στο 146,1%, ενώ σε ονομαστικούς όρους διαμορφώθηκε περίπου στα 362,9 δισ. ευρώ. Αυτό όμως δεν αρκεί για να ειπωθεί ότι «λύθηκε» το πρόβλημα του ελληνικού χρέους.
Διότι την ίδια ώρα, το ακαθάριστο εξωτερικό χρέος της χώρας έφθασε στο τέλος του 2025 τα 590,4 δισ. ευρώ, δηλαδή στο 237,7% του ΑΕΠ, αυξημένο κατά 14,3 δισ. ευρώ σε σχέση με το 2024.
Και αυτό είναι το πραγματικό καμπανάκι.
Το δημόσιο χρέος δεν λέει όλη την αλήθεια
Η κυβέρνηση επιμένει να διαβάζει την οικονομία μέσα από έναν στενό δημοσιονομικό φακό. Πρωτογενή πλεονάσματα, πρόωρες αποπληρωμές, χαμηλό κόστος δανεισμού, επενδυτική βαθμίδα, διαχείριση ΟΔΔΗΧ. Όλα αυτά έχουν σημασία. Κανείς σοβαρός άνθρωπος δεν τα μηδενίζει.
Αλλά δεν αποτελούν πλήρη εικόνα.
Το υπουργείο Οικονομικών αναφέρει ότι το 2025 το συνολικό δημόσιο χρέος μειώθηκε κατά περίπου 2,2 δισ. ευρώ και το καθαρό χρέος κατά 5,5 δισ. ευρώ, με πρόωρες αποπληρωμές 5,3 δισ. ευρώ. Αυτό είναι το ένα σκέλος.
Το άλλο σκέλος είναι ότι μια χώρα μπορεί να εμφανίζει καλύτερη εικόνα στο δημόσιο χρέος και ταυτόχρονα να παραμένει δομικά ευάλωτη, εάν συνεχίζει να έχει ελλείμματα στο εξωτερικό ισοζύγιο, παραγωγική αδυναμία, χαμηλή μεταποίηση, εξάρτηση από εισαγωγές και ιδιωτικό χρέος που στραγγαλίζει την κοινωνία.
Με απλά λόγια: μπορεί να φαίνεται ότι μικραίνει ο λογαριασμός του κράτους, αλλά να μεγαλώνει ο λογαριασμός της χώρας.
Το πρόβλημα είναι η παραγωγή
Επιμένουμε στο απλό: όσο δεν παράγουμε, θα βουλιάζουμε.
Και αυτό φαίνεται ήδη στον πρωτογενή τομέα. Οι αγρότες δεν βγήκαν στους δρόμους επειδή ξαφνικά ανακάλυψαν τη διαμαρτυρία. Βγήκαν γιατί το κόστος παραγωγής, οι τιμές, οι εισαγωγές, οι στρεβλώσεις, οι καθυστερήσεις, οι αβεβαιότητες και η απουσία πραγματικού εθνικού σχεδίου έχουν κάνει την αγροτική οικονομία μη βιώσιμη.
Μια χώρα που δεν μπορεί να κρατήσει ζωντανό τον πρωτογενή της τομέα, δεν μπορεί να μιλάει σοβαρά για οικονομική κυριαρχία.
Μια χώρα που εισάγει όλο και περισσότερα, που πουλάει δημόσια και ιδιωτικά περιουσιακά στοιχεία, που στηρίζεται υπερβολικά στον τουρισμό, στην κατανάλωση και στη φορολογική συμπίεση, δεν μειώνει το πρόβλημα του χρέους. Το μεταθέτει.
Οι τέσσερις τομείς που η κυβέρνηση δεν θέλει να βλέπει μαζί
Όποιος μιλά για δημόσιο χρέος χωρίς να βλέπει ταυτόχρονα κράτος, νοικοκυριά, επιχειρήσεις και εξωτερικό τομέα, έχει χάσει το νόημα.
Η οικονομία δεν είναι αποκομμένα κουτάκια. Είναι συγκοινωνούντα δοχεία.
Όταν τα νοικοκυριά πιέζονται, μειώνεται η κατανάλωση ή αυξάνεται ο ιδιωτικός δανεισμός.
Όταν οι επιχειρήσεις δεν επενδύουν παραγωγικά, η χώρα δεν αποκτά εξαγωγική βάση.
Όταν το κράτος στηρίζεται σε υπερφορολόγηση και πλεονάσματα χωρίς παραγωγική ανασυγκρότηση, δημιουργεί λογιστική ευταξία αλλά όχι πραγματική ανθεκτικότητα.
Και όταν ο εξωτερικός τομέας παραμένει ελλειμματικός, τότε η χώρα συνεχίζει να εξαρτάται από κεφάλαια, εισαγωγές, δανεισμό και ξένες ροές.
Η ίδια η Τράπεζα της Ελλάδος επισημαίνει ότι το επίμονο έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών παραμένει βασική πηγή ευπάθειας για την ελληνική οικονομία το 2026.
Αυτό είναι το σημείο που δεν χωράει επικοινωνιακή ωραιοποίηση.
Τρία πράγματα που πρέπει να ειπωθούν καθαρά
Πρώτον: η μείωση του δημόσιου χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ δεν σημαίνει αυτομάτως ότι η χώρα αποχρεώνεται ουσιαστικά.
Δεύτερον: το εξωτερικό χρέος και η καθαρή διεθνής επενδυτική θέση δείχνουν ότι η Ελλάδα παραμένει βαθιά εκτεθειμένη απέναντι στο εξωτερικό.
Τρίτον: χωρίς παραγωγή, εξαγωγές, βιομηχανία, αγροτική ανασυγκρότηση και πραγματική αύξηση εισοδημάτων, κάθε πανηγυρισμός είναι πρόωρος.
Το χρέος δεν είναι μόνο αυτό που γράφει ο κρατικός ισολογισμός. Είναι και αυτό που πληρώνει ο πολίτης στο ράφι. Είναι αυτό που φορτώνεται η μικρή επιχείρηση στην εφορία και στην τράπεζα. Είναι αυτό που χάνει ο αγρότης στο χωράφι. Είναι αυτό που φεύγει κάθε χρόνο προς το εξωτερικό επειδή η χώρα καταναλώνει περισσότερα από όσα παράγει.
Γι’ αυτό το ερώτημα δεν είναι αν η κυβέρνηση μπορεί να παρουσιάσει έναν καλύτερο δείκτη.
Το ερώτημα είναι αν μπορεί να χτίσει μια χώρα που παράγει.
Γιατί χωρίς παραγωγή, το χρέος δεν μειώνεται πραγματικά.
Απλώς αλλάζει τσέπη, αλλάζει όνομα και επιστρέφει πάντα στον ίδιο λογαριασμό: στον λογαριασμό της κοινωνίας.

