Πρόχειρα καταλύματα και άνθρωποι σχεδόν πάνω στο οδόστρωμα, καταγγελίες για κλοπές και επιθέσεις σε οχήματα, ενώ κάτοικοι και εργαζόμενοι αναγκάζονται να αλλάζουν διαδρομή. Δήμος, Αστυνομία και αρμόδιοι γνωρίζουν — ουσιαστική λύση δεν υπάρχει.
Μια επικίνδυνη κατάσταση, που κανείς πλέον δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι αγνοεί, έχει διαμορφωθεί στον παράδρομο της Εθνικής Οδού, στο ύψος του Κυπαρισσίου Αταλάντης.
Λίγο πριν από το ΣΕΑ Αταλάντης, στο ρεύμα προς Θεσσαλονίκη και κοντά στις τουαλέτες της Εθνικής, έχουν στηθεί πρόχειρα καταλύματα σχεδόν επάνω στον δρόμο. Οχήματα, ενήλικοι και παιδιά φέρονται να βρίσκονται καθημερινά μέσα στο οδόστρωμα, ακόμη και κατά τις νυχτερινές ώρες.
Δεν πρόκειται απλώς για μια εικόνα εγκατάλειψης. Πρόκειται για μια πραγματική παγίδα θανάτου.
Ένα απότομο φρενάρισμα, ένας οδηγός που δεν γνωρίζει την περιοχή, η περιορισμένη ορατότητα μέσα στη νύχτα ή μια λανθασμένη κίνηση αρκούν για να συμβεί το κακό. Και τότε, όπως συνήθως γίνεται στην Ελλάδα, θα αρχίσει η αναζήτηση ευθυνών ανάμεσα σε υπηρεσίες που σήμερα δηλώνουν «αναρμόδιες».
Καταγγελίες για κλοπές και πέτρες σε αυτοκίνητα
Οι κάτοικοι υποστηρίζουν ότι η επικινδυνότητα δεν περιορίζεται στην αυθαίρετη κατάληψη του χώρου και του οδοστρώματος.
Διερχόμενοι οδηγοί που σταματούν στις εγκαταστάσεις υγιεινής της Εθνικής έχουν καταγγείλει περιστατικά κλοπών, ενώ κατά το παρελθόν ανήλικοι φέρονται να πετούσαν πέτρες προς κινούμενα οχήματα.
Η κατάσταση είχε φτάσει σε τέτοιο σημείο, ώστε να κοπούν δέντρα κατά μήκος του δρόμου, προκειμένου να βελτιωθεί η ορατότητα και να περιοριστούν τα σημεία κάλυψης πιθανών δραστών.
Μόνο που τα δέντρα κόπηκαν, αλλά το πρόβλημα παρέμεινε.
Παράδρομος απροσπέλαστος για κατοίκους και εργαζομένους
Ο δρόμος που κανονικά θα έπρεπε να εξυπηρετεί την τοπική κυκλοφορία έχει μετατραπεί, σύμφωνα με τις καταγγελίες, σε περιοχή την οποία οι πολίτες αποφεύγουν.
Κάτοικοι που θέλουν να προσεγγίσουν τις κοντινές παραλίες αναγκάζονται να επιλέγουν μεγαλύτερες διαδρομές. Το ίδιο συμβαίνει και με εργαζομένους του ΣΕΑ Αταλάντης, οι οποίοι δεν αισθάνονται ασφαλείς να περάσουν από το συγκεκριμένο σημείο.
Στην ήδη επιβαρυμένη κατάσταση προστίθενται οι συνεχείς φασαρίες και η δυνατή μουσική, τόσο τις μεσημεριανές όσο και τις βραδινές ώρες.
Με απλά λόγια, ένας δημόσιος δρόμος φέρεται να έχει τεθεί στην πράξη εκτός χρήσης για τους νόμιμους χρήστες του. Και η Πολιτεία παρακολουθεί.
Έγγραφες καταγγελίες, μηδενικό αποτέλεσμα
Η Κοινότητα Κυπαρισσίου και οι κάτοικοι έχουν απευθυνθεί εγγράφως στον Δήμο, στην Αστυνομία και στην εταιρεία διαχείρισης της Εθνικής Οδού.
Οι αρμόδιοι, επομένως, έχουν ενημερωθεί.
Το παράδοξο είναι ότι, ενώ φέρονται να αναγνωρίζουν την επικινδυνότητα και τις παρανομίες που καταγγέλλονται, ουσιαστική και μόνιμη παρέμβαση δεν έχει πραγματοποιηθεί.
Όλοι γνωρίζουν. Όλοι διαπιστώνουν. Όλοι πιθανόν διαβιβάζουν κάποιο έγγραφο στην επόμενη υπηρεσία. Εκείνο που δεν κάνει κανείς είναι να αποκαταστήσει τη νομιμότητα και την ασφαλή κυκλοφορία.
Δεν χρειάζονται άλλες συσκέψεις. Χρειάζεται άμεσος έλεγχος του ιδιοκτησιακού και πολεοδομικού καθεστώτος, απομάκρυνση κάθε εγκατάστασης που καταλαμβάνει παράνομα τον δρόμο, προστασία των ανθρώπων που διαμένουν εκεί και συστηματική αστυνόμευση της περιοχής.
Οι παραβατικές πράξεις δεν έχουν εθνότητα
Οφείλει να γίνει μία απολύτως καθαρή διάκριση: στην περιοχή λειτουργεί και νόμιμος καταυλισμός Ρομά, όπου ζουν οικογένειες που εργάζονται, στέλνουν τα παιδιά τους στο σχολείο και συνεργάζονται με τις τοπικές υπηρεσίες.
Οι ίδιοι, μάλιστα, έχουν προσπαθήσει να απομακρύνουν άτομα που προκαλούσαν προβλήματα.
Επομένως, το ζήτημα δεν είναι η καταγωγή κανενός. Είναι οι συγκεκριμένες παραβατικές συμπεριφορές και, κυρίως, η θεσμική αδράνεια που τις αφήνει να συνεχίζονται.
Η εφαρμογή του νόμου δεν είναι ούτε ρατσισμός ούτε κοινωνική αναλγησία. Είναι υποχρέωση της Πολιτείας απέναντι στους διερχόμενους οδηγούς, στους κατοίκους, στους εργαζομένους, αλλά και στους ίδιους τους ανθρώπους —ανάμεσά τους και παιδιά— που βρίσκονται εκτεθειμένοι μέσα στο οδόστρωμα.
Οι Αρχές έχουν πλέον ενημερωθεί επανειλημμένα. Αν αύριο χαθεί μια ζωή, δεν θα μπορούν να πουν ότι δεν ήξεραν. Το μόνο που απομένει να αποδείξουν είναι αν σκοπεύουν να παρέμβουν πριν από το δυστύχημα ή αν θα εμφανιστούν μετά, μπροστά στις κάμερες, για να εκφράσουν τη «βαθιά τους θλίψη».

