Δεν είναι μόνο οι αριθμοί. Δεν είναι μόνο οι περίπου 700.000 νεκροί και θύματα της Κατοχής που βαραίνουν την Ιστορία. Είναι ολόκληρη η δεκαετία του αίματος, της πείνας, των εκτελέσεων, των καμένων χωριών, του Εμφυλίου, των ασθενειών, της φτώχειας και των κακουχιών που ακολούθησαν.
Η Ελλάδα από το 1940 και μετά δεν έχασε απλώς ανθρώπους. Έχασε γενιές. Έχασε παιδιά που δεν πρόλαβαν να γίνουν πατεράδες και μανάδες. Έχασε νέους που θα σπούδαζαν, θα δούλευαν, θα δημιουργούσαν, θα ξανάχτιζαν την πατρίδα. Έχασε οικογένειες, χωριά, παραγωγικές δυνάμεις, ανθρώπους που θα αποτελούσαν την πραγματική δύναμη αναγέννησης του έθνους.
Αυτό είναι το μεγάλο έγκλημα που δεν χωρά σε λογιστικά φύλλα.
Η ναζιστική Γερμανία και η φασιστική Ιταλία δεν πέρασαν απλώς από την Ελλάδα ως στρατοί κατοχής. Πέρασαν ως μηχανές θανάτου. Άφησαν πίσω τους λιμό, εκτελέσεις, ολοκαυτώματα, βασανιστήρια, λεηλασίες, κατεστραμμένες υποδομές και μια κοινωνία γονατισμένη.
Καλάβρυτα. Δίστομο. Κάνδανος. Χορτιάτης. Βιάννος. Και τόσοι ακόμη τόποι μαρτυρίου που δεν είναι απλές κουκκίδες στον χάρτη. Είναι ανοιχτοί τάφοι της Ιστορίας.
Και μετά ήρθε το δεύτερο έγκλημα: η ατιμωρησία.
Πολλοί από τους Γερμανούς αξιωματικούς που διέπραξαν ή διέταξαν φρικαλεότητες στην Ελλάδα δεν πλήρωσαν ποτέ πραγματικά για τα εγκλήματά τους. Γύρισαν στις ζωές τους, στις υπηρεσίες τους, στις καριέρες τους. Η Δικαιοσύνη έμεινε μισή. Οι οικογένειες των θυμάτων έμειναν με φωτογραφίες, μνήματα και σιωπές.
Γι’ αυτό το ζήτημα των γερμανικών οφειλών δεν είναι μόνο οικονομικό. Είναι πρωτίστως ηθικό και ιστορικό.
Δεν αφορά μόνο το κατοχικό δάνειο. Δεν αφορά μόνο τις αποζημιώσεις. Δεν αφορά μόνο τα κατεστραμμένα έργα, τις λεηλασίες, τις αρπαγές και τις υλικές απώλειες. Αφορά το αίμα ενός λαού που πλήρωσε δυσανάλογα βαρύ τίμημα για την ελευθερία του.
Και αν υπάρχει έστω και ελάχιστη ιστορική συνείδηση στη σύγχρονη Γερμανία, τότε οφείλει να κοιτάξει την Ελλάδα όχι με ψυχρή διπλωματική γλώσσα, αλλά με σεβασμό απέναντι στους νεκρούς.
Γιατί η μνήμη δεν παραγράφεται.
Οι λαοί μπορούν να συμφιλιωθούν. Τα κράτη μπορούν να συνεργαστούν. Η Ευρώπη μπορεί να μιλά για κοινό μέλλον. Αλλά κοινό μέλλον χωρίς δικαιοσύνη για το παρελθόν είναι υποκρισία.
Η Ελλάδα δεν ζητά ελεημοσύνη. Δεν ζητά χάρη. Ζητά αυτό που της οφείλεται.
Ζητά αναγνώριση. Ζητά σεβασμό. Ζητά δικαιοσύνη.
Και όσο αυτό το ιστορικό χρέος μένει ανοιχτό, κανείς δεν έχει δικαίωμα να ζητά από τον ελληνικό λαό να ξεχάσει. Γιατί οι νεκροί δεν ξεχνούνται. Οι καμένες πατρίδες δεν σβήνουν. Και η Ιστορία, όσο κι αν κάποιοι θέλουν να την κλείσουν σε αρχεία και διπλωματικές εκθέσεις, επιστρέφει πάντα.
Με ένα ερώτημα:
Πόσο κοστίζει μια γενιά που χάθηκε;

