Η Ουάσινγκτον στοχεύει πετρέλαιο, σκιώδεις τράπεζες και εταιρείες-βιτρίνες – Η Κίνα βρίσκεται μπροστά στο δίλημμα: ιρανικό αργό ή πρόσβαση στο αμερικανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα
Ο Ντόναλντ Τραμπ επιχειρεί να μεταφέρει την αναμέτρηση με το Ιράν από το πεδίο των στρατιωτικών επιχειρήσεων σε έναν ολοκληρωτικό οικονομικό αποκλεισμό.
Η «οικονομική D-Day» που ανακοίνωσε δεν αποτελεί απλώς μία ακόμη δέσμη κυρώσεων. Η Ουάσινγκτον δηλώνει αποφασισμένη να κλείσει όλα τα κανάλια μέσω των οποίων η Τεχεράνη κατόρθωνε επί δεκαετίες να εξάγει πετρέλαιο, να μεταφέρει χρήματα και να διατηρεί εμπορικές σχέσεις παρά τους αμερικανικούς περιορισμούς.
Στο στόχαστρο βρίσκονται τα δίκτυα λαθρεμπορίου, οι άτυπες τραπεζικές συναλλαγές, οι εταιρείες-βιτρίνες, ο λεγόμενος «σκιώδης στόλος» δεξαμενόπλοιων και οι επιχειρήσεις τρίτων χωρών που συνεχίζουν να συναλλάσσονται με το Ιράν.
Ο Αμερικανός υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ έχει προαναγγείλει ότι τη Δευτέρα θα παρουσιάσει τις «σκληρότερες κυρώσεις στην ιστορία», υποστηρίζοντας ότι ο συνδυασμός οικονομικής πίεσης και ναυτικού αποκλεισμού μπορεί να οδηγήσει ακόμη και σε κατάρρευση του ιρανικού καθεστώτος. Reuters
Το κρίσιμο ερώτημα, ωστόσο, δεν είναι μόνο εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να προκαλέσουν ασφυξία στην ιρανική οικονομία. Είναι εάν αυτή η ασφυξία μπορεί να μετατραπεί σε πολιτικές παραχωρήσεις.
Πώς σκοπεύει να κλείσει τα «παράθυρα»
Το Ιράν έχει αποκτήσει μεγάλη εμπειρία στην παράκαμψη των κυρώσεων.
Το πετρέλαιο αλλάζει έγγραφα προέλευσης, μεταφορτώνεται από πλοίο σε πλοίο, αναμειγνύεται με φορτία άλλων χωρών και διακινείται μέσω πολύπλοκων δικτύων εταιρειών. Παράλληλα, συναλλαγές πραγματοποιούνται έξω από το συμβατικό τραπεζικό σύστημα, με μεσάζοντες, τοπικά νομίσματα, ανταλλαγές προϊόντων και ψηφιακά περιουσιακά στοιχεία.
Το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών έχει ήδη επιβάλει κυρώσεις σε εκατοντάδες πλοία, εταιρείες και πρόσωπα που συνδέονται με τις ιρανικές εξαγωγές. Η νέα φάση προβλέπεται να είναι ακόμη επιθετικότερη, στρεφόμενη όχι μόνο κατά της Τεχεράνης, αλλά και κατά όσων τη βοηθούν να επιβιώνει.
Η απειλή είναι σαφής: όποια τράπεζα, εταιρεία ή χώρα διευκολύνει το Ιράν κινδυνεύει να χάσει την πρόσβασή της στο αμερικανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Δεν πρόκειται, επομένως, για μία επιλογή μεταξύ συνεργασίας και ουδετερότητας. Η Ουάσινγκτον απαιτεί από τις τρίτες χώρες να διαλέξουν πλευρά.
Το μεγάλο στοίχημα της Κίνας
Ολόκληρη η αμερικανική στρατηγική περνά σε μεγάλο βαθμό από το Πεκίνο.
Περισσότερο από το 80% του ιρανικού πετρελαίου που εξήχθη το 2025 κατευθύνθηκε προς την Κίνα. Τα ανεξάρτητα κινεζικά διυλιστήρια αποτέλεσαν την κυριότερη διέξοδο της Τεχεράνης, αγοράζοντας αργό πετρέλαιο σε σημαντικά χαμηλότερες τιμές.
Η κατάσταση, όμως, φαίνεται να αλλάζει. Οι προσφορές ιρανικού πετρελαίου προς Κινέζους αγοραστές μειώθηκαν απότομα μετά την επαναφορά του αμερικανικού αποκλεισμού τον Ιούλιο. Σύμφωνα με στοιχεία που μετέδωσε το Reuters, οι ιρανικές αποστολές περιορίστηκαν τον Αύγουστο περίπου στα 534.000 βαρέλια ημερησίως, έναντι μέσου όρου 1,4 εκατομμυρίου βαρελιών το 2025.
Η κυβέρνηση Τραμπ επιχειρεί τώρα να φέρει τα κινεζικά διυλιστήρια και τις τράπεζες μπροστά σε ένα σκληρό δίλημμα: είτε θα συνεχίσουν να αγοράζουν φθηνό ιρανικό πετρέλαιο είτε θα διατηρήσουν απρόσκοπτη πρόσβαση στο δολάριο και στην αμερικανική αγορά.
Το Πεκίνο απορρίπτει τις μονομερείς κυρώσεις και επιμένει στη διπλωματική λύση. Η πραγματική του στάση, όμως, θα κριθεί από το εάν είναι διατεθειμένο να αναλάβει το κόστος μιας ανοιχτής οικονομικής σύγκρουσης με την Ουάσινγκτον για χάρη του Ιράν.
Μία οικονομία ήδη εξαντλημένη
Η Τεχεράνη εισέρχεται στη νέα αντιπαράθεση από πολύ δυσμενέστερη θέση σε σχέση με το 2018, όταν ο Τραμπ εγκαινίασε την πρώτη πολιτική «μέγιστης πίεσης».
Οι πολεμικές καταστροφές, η υποχώρηση του νομίσματος, ο υψηλός πληθωρισμός, οι δυσκολίες στις εισαγωγές και ο περιορισμός των πετρελαϊκών εσόδων έχουν μειώσει δραματικά τα περιθώρια αντοχής της οικονομίας.
Η απώλεια συναλλάγματος δεν επηρεάζει μόνο το κράτος. Μεταφέρεται άμεσα στην καθημερινότητα των πολιτών μέσα από ακριβότερα τρόφιμα, φάρμακα, καύσιμα και βασικά αγαθά.
Από καθαρά οικονομική άποψη, λοιπόν, οι πιθανότητες επιτυχίας της αμερικανικής εκστρατείας είναι μεγαλύτερες από ποτέ. Η Ουάσινγκτον μπορεί να περιορίσει ακόμη περισσότερο τις εξαγωγές, να δυσκολέψει την ανοικοδόμηση των υποδομών και να εξαντλήσει τα διαθέσιμα αποθέματα της χώρας.
Αυτό, όμως, δεν απαντά στο πολιτικό σκέλος.
Η πίεση μπορεί να ενισχύσει τους σκληροπυρηνικούς
Η Τεχεράνη δεν δείχνει, τουλάχιστον σε επίπεδο δημόσιων τοποθετήσεων, έτοιμη να υποχωρήσει.
Ο υπουργός Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί χαρακτήρισε την αμερικανική εκστρατεία «οικονομική τρομοκρατία», ενώ στελέχη της σκληροπυρηνικής πτέρυγας απαντούν ακόμη και με εισηγήσεις για αποχώρηση του Ιράν από τη Συνθήκη για τη Μη Διάδοση των Πυρηνικών Όπλων.
Εδώ βρίσκεται και το μεγαλύτερο παράδοξο των κυρώσεων.
Η οικονομική πίεση μπορεί να ενισχύσει όσους στο εσωτερικό του Ιράν υποστηρίζουν ότι κάθε συμβιβασμός με τη Δύση αποτελεί παγίδα. Μπορεί επίσης να αυξήσει την εξουσία εκείνων που ελέγχουν το λαθρεμπόριο, τις παράλληλες χρηματοδοτήσεις και τα κρατικά δίκτυα διανομής.
Όσο κλείνουν τα νόμιμα εμπορικά κανάλια, τόσο μεγαλύτερη δύναμη αποκτούν οι μηχανισμοί που γνωρίζουν πώς να λειτουργούν στο σκοτάδι. Οι κυρώσεις αποδυναμώνουν τη συνολική οικονομία, αλλά δεν πλήττουν αναγκαστικά με τον ίδιο τρόπο όλους όσοι κατέχουν την εξουσία.
Οικονομική κατάρρευση δεν σημαίνει πολιτική παράδοση
Η «οικονομική D-Day» μπορεί να προκαλέσει τεράστια ζημιά στο Ιράν. Μπορεί να μειώσει τα πετρελαϊκά του έσοδα, να επιταχύνει την κατάρρευση του νομίσματος και να καταστήσει αφόρητο το κόστος συνέχισης της αντιπαράθεσης.
Μπορεί ακόμη να οδηγήσει την Τεχεράνη πίσω στις διαπραγματεύσεις.
Δεν εγγυάται, όμως, ότι η ιρανική ηγεσία θα αποδεχθεί τους όρους της Ουάσινγκτον. Η ιστορία έχει δείξει ότι κράτη μπορούν να αντέξουν τεράστιο οικονομικό κόστος, μεταφέροντας το μεγαλύτερο βάρος στους πολίτες τους, χωρίς να εγκαταλείπουν τους στρατηγικούς τους στόχους.
Ο Τραμπ διαθέτει σήμερα περισσότερα εργαλεία για να στραγγαλίσει την ιρανική οικονομία. Αυτό δεν σημαίνει ότι διαθέτει και τον μηχανισμό για να ελέγξει τις πολιτικές αποφάσεις της Τεχεράνης.
Το πραγματικό αποτέλεσμα θα κριθεί από το εάν, δίπλα στην απειλή της οικονομικής καταστροφής, θα υπάρξει και μία αξιόπιστη διπλωματική έξοδος. Διαφορετικά, η «οικονομική D-Day» κινδυνεύει να προκαλέσει περισσότερη φτώχεια και μεγαλύτερη ένταση, χωρίς να φέρει την πολιτική παράδοση που υπόσχεται η Ουάσινγκτον.

