Από τον Τσέλιο και τον Κίτσο μέχρι τον Λιάκο, τον Νάκο και τον Τζανή – μια καταγραφή που φωτίζει τη γλωσσική και ιστορική ταυτότητα των Μεσογείων
Υπάρχουν λέξεις που δεν είναι απλώς λέξεις. Είναι μνήμες. Είναι οικογένειες, τόποι, γενιές, καθημερινές προσφωνήσεις που πέρασαν από στόμα σε στόμα και κράτησαν ζωντανή μια ολόκληρη πολιτισμική διαδρομή.
Μια τέτοια περίπτωση είναι τα αρβανίτικα/αλβανικά ανδρικά ονόματα και παρωνύμια που διασώζονται στο Κορωπί Μεσογείων Αττικής. Πρόκειται για έναν πλούσιο γλωσσικό θησαυρό, μέσα από τον οποίο αναδεικνύεται η ιδιαίτερη ταυτότητα της περιοχής, η σχέση της με την αρβανίτικη παράδοση και ο τρόπος με τον οποίο τα βαπτιστικά ονόματα μετασχηματίστηκαν σε τοπικές προσφωνήσεις, επώνυμα και οικογενειακά παρατσούκλια.
Η καταγραφή που παρουσιάζει ο Γεώργιος Ντούνης είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα, καθώς δεν περιορίζεται σε μια απλή παράθεση ονομάτων. Αντίθετα, επιχειρεί να εξηγήσει τη σχέση ανάμεσα στο ελληνικό βαπτιστικό όνομα και στην αρβανίτικη ή αλβανική μορφή του, όπως αυτή χρησιμοποιήθηκε στο Κορωπί και στα Μεσόγεια.
Ονόματα που έγιναν ταυτότητα
Στην τοπική παράδοση, ο Στέλιος ή Στυλιανός εμφανίζεται ως Τσέλιο ή Τσέλιος, ο Ευάγγελος ή Άγγελος ως Τζέλιο ή Τζέλιος, ο Χρίστος ως Κίτσος, ενώ ο Κωνσταντίνος ή Κώστας ως Κότσος.
Αντίστοιχα, ο Χαράλαμπος συνδέεται με το Λιάμ ή Λιάμης, ο Σταμάτης με το Τσάμ ή Τσάμης, ο Δημήτρης με τύπους όπως Δέδες, Μήτσος ή Τούλης, ενώ ο Βασίλης εμφανίζεται ως Τσίλης.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν και οι μορφές που σχετίζονται με τον Γιώργο. Στην καταγραφή αναφέρονται ονόματα όπως Λιόλ, Λιόλης, αλλά και τύποι όπως Γκατσής, οι οποίοι εμφανίζονται κυρίως ως παρωνύμια.
Ο Νικόλαος συνδέεται με τις μορφές Κολιό, Κόλα, Κολιός, Κόλιας και Κουλός, ενώ ο Μιχαήλ ή Μιχάλης εμφανίζεται ως Μίλιο, Μιχάς ή Μιχάλι.
Από το βαπτιστικό στο παρωνύμιο
Αυτό που κάνει τη συγκεκριμένη καταγραφή πολύτιμη δεν είναι μόνο η γλωσσική αντιστοίχιση. Είναι ο τρόπος με τον οποίο φαίνεται η κοινωνική λειτουργία αυτών των ονομάτων.
Σε μικρές κοινότητες, όπου πολλά σόγια είχαν κοινά επώνυμα ή συγγενικές ρίζες, τα παρωνύμια λειτουργούσαν ως τρόπος διάκρισης. Έτσι, ένας άνθρωπος δεν προσδιοριζόταν μόνο από το επίσημο όνομα ή το επώνυμό του, αλλά και από το παρωνύμιο που τον συνέδεε με έναν πρόγονο, μια ιδιότητα, ένα χαρακτηριστικό ή ένα συγκεκριμένο κλαδί της οικογένειας.
Για παράδειγμα, η αναφορά στους Σκουρλήδες με το παρωνύμιο Τσάμης δείχνει ακριβώς αυτή τη διαδικασία: ένας πρόγονος με το όνομα Σταμάτης ή Τσαμ πιθανόν έδωσε το διακριτικό παρωνύμιο σε ένα ολόκληρο οικογενειακό κλαδί.
Το ίδιο συμβαίνει και με το Ντάβος, που συνδέεται με τον Σταύρο και αναφέρεται ως παρωνύμιο οικογένειας Κυριακού, ώστε να ξεχωρίζει από άλλους με το ίδιο επώνυμο.
Η γλωσσική λεπτομέρεια που έχει σημασία
Σημαντική είναι και η παρατήρηση σχετικά με τη γραφή των ονομάτων. Όταν τα ονόματα γράφονται στα ελληνικά, προστίθεται το τελικό «ς», όπως συμβαίνει στα ελληνικά ονόματα και επώνυμα. Όταν όμως γράφονται στα αλβανικά/λατινικά ή αποδίδονται ως αρβανίτικα με ελληνικούς χαρακτήρες, δεν τίθεται το ελληνικό τελικό «ς».
Αυτή η λεπτομέρεια δεν είναι τυπική. Είναι ουσιαστική. Δείχνει πώς μια γλώσσα προσαρμόζεται μέσα σε άλλη, πώς τα ονόματα περνούν από το προφορικό στο γραπτό και πώς η τοπική μνήμη διατηρεί μορφές που συχνά δεν καταγράφονται στα επίσημα έγγραφα.
Το Κορωπί ως ζωντανό αρχείο
Το Κορωπί, όπως και πολλές περιοχές των Μεσογείων, κουβαλά έντονη αρβανίτικη παράδοση. Τα ονόματα, τα παρωνύμια και οι οικογενειακές προσφωνήσεις αποτελούν κομμάτι αυτής της ιστορίας.
Δεν είναι απλώς κατάλογος παλιών λέξεων. Είναι ένα ζωντανό αρχείο. Μέσα από αυτά τα ονόματα μπορεί κανείς να διαβάσει την κοινωνική οργάνωση της παλιάς κοινότητας, τις συγγένειες, τις μετακινήσεις, τις γλωσσικές επιρροές και τη συνέχεια ενός τόπου που κράτησε πολλά στοιχεία της ταυτότητάς του μέσα στην καθημερινή ομιλία.
Σε μια εποχή που η τοπική μνήμη κινδυνεύει να χαθεί κάτω από την ταχύτητα της σύγχρονης ζωής, τέτοιες καταγραφές έχουν ιδιαίτερη αξία. Γιατί διασώζουν κάτι που δεν βρίσκεται πάντα στα επίσημα αρχεία: τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι αποκαλούσαν ο ένας τον άλλον, τον τρόπο με τον οποίο αναγνώριζαν τις οικογένειες, τα σόγια και την καταγωγή τους.
Τα ονόματα δεν είναι ουδέτερα. Κουβαλούν ιστορία, γλώσσα, αίμα, τόπο και μνήμη.
Και τα αρβανίτικα ονόματα του Κορωπίου δεν είναι απλώς γλωσσικά κατάλοιπα μιας άλλης εποχής. Είναι αποδείξεις μιας ζωντανής πολιτισμικής συνέχειας, που αξίζει να καταγραφεί, να μελετηθεί και να παραδοθεί στις επόμενες γενιές.
Πηγή: Δημόσια ανάρτηση του Γεώργιου Ντούνη για τα αρβανίτικα/αλβανικά ανδρικά ονόματα στο Κορωπί Μεσογείων Αττικής.

