Υπάρχουν στιγμές που οι λέξεις χάνουν το βάρος τους.
Όταν χιλιάδες οικογένειες ζουν με τον φόβο του πλειστηριασμού, όταν άνθρωποι που πλήρωναν για χρόνια τα δάνειά τους βλέπουν ξαφνικά το σπίτι τους να περνά στα χέρια funds, όταν η αγωνία γίνεται καθημερινότητα, δεν μπορεί κανείς να μιλά με αοριστίες.
Δεν αρκεί το «θα γίνει δουλίτσα».
Δεν αρκεί το «κάτι θα κάνουμε».
Δεν αρκεί το γνωστό πολιτικό μισόλογο που σερβίρεται κάθε φορά που η κοινωνία βράζει.
Εδώ χρειάζεται σχέδιο. Δεσμεύσεις. Πράξεις. Και πάνω απ’ όλα, πολιτική βούληση.
Γιατί το πρόβλημα δεν γεννήθηκε χθες. Οι τράπεζες έδιναν στεγαστικά δάνεια σε μια περίοδο που όλοι μιλούσαν για σταθερότητα, ανάπτυξη και ευημερία. Μετά ήρθε η κρίση, η ανεργία, οι μειώσεις μισθών, η φορολογική αφαίμαξη, η κατάρρευση εισοδημάτων. Οι σταθερές πάνω στις οποίες είχαν υπολογιστεί τα δάνεια διαλύθηκαν.
Και τότε, αντί το κράτος να σταθεί δίπλα στον πολίτη, στάθηκε δίπλα στο τραπεζικό σύστημα.
Οι τράπεζες ανακεφαλαιοποιήθηκαν με χρήματα του ελληνικού λαού. Τα κόκκινα δάνεια χρησιμοποιήθηκαν για να καθαρίσουν οι ισολογισμοί τους. Και στη συνέχεια, τα ίδια δάνεια κατέληξαν σε funds, πολλές φορές σε εξευτελιστικές τιμές, για να κυνηγούν σήμερα τους δανειολήπτες σαν να μη μεσολάβησε τίποτα.
Δηλαδή ο λαός πλήρωσε τη διάσωση των τραπεζών και τώρα καλείται να χάσει και το σπίτι του.
Αυτό δεν είναι απλώς αδικία.
Είναι κοινωνική λεηλασία με θεσμική σφραγίδα.
Και ας σταματήσει πια η κοροϊδία. Το πρόβλημα δεν λύνεται με γενικόλογες ευχές. Δεν λύνεται με επικοινωνιακά πυροτεχνήματα. Δεν λύνεται με δήθεν ευαισθησία λίγες ημέρες πριν από κάθε εκλογική αναμέτρηση.
Χρειάζεται άμεση προστασία της πρώτης κατοικίας. Χρειάζεται πάγωμα πλειστηριασμών για τους πραγματικά αδύναμους. Χρειάζεται έλεγχος των funds. Χρειάζεται διαγραφή παράνομων και καταχρηστικών χρεώσεων. Χρειάζεται ρύθμιση με βάση την πραγματική δυνατότητα πληρωμής του κάθε νοικοκυριού.
Και ναι, χρειάζεται σεισάχθεια εκεί όπου η κοινωνική καταστροφή είναι πλέον μπροστά στα μάτια όλων.
Δεν μπορεί το κράτος να εμφανίζεται αυστηρό απέναντι στον πολίτη και γενναιόδωρο απέναντι στις τράπεζες. Δεν μπορεί να ζητά συνέπεια από αυτόν που έχασε τη δουλειά του, τον μισθό του, την επιχείρησή του, και την ίδια ώρα να κλείνει το μάτι σε όσους έκαναν τα κόκκινα δάνεια πεδίο κερδοσκοπίας.
Τα σπίτια του λαού δεν είναι λογιστικά νούμερα.
Δεν είναι πακέτα επενδυτικών ευκαιριών.
Δεν είναι εμπόρευμα για κερδοσκοπία πάνω στην ανθρώπινη ανάγκη.
Είναι ο κόπος μιας ζωής.
Γι’ αυτό, όποιος θέλει να μιλήσει σοβαρά, ας αφήσει τις ατάκες. Ο κόσμος δεν ζητά συμπάθεια. Ζητά δικαιοσύνη.
Όχι άλλα «θα δούμε».
Όχι άλλες «δουλίτσες».
Όχι άλλα σπίτια στα funds με τις πλάτες του κράτους.
Ήρθε η ώρα να μιλήσουμε καθαρά: η πρώτη κατοικία πρέπει να προστατευθεί τώρα. Όχι στα λόγια. Στην πράξη.

