Η Λένα Σαμαρά διακομίστηκε σταθεροποιημένη και εισήχθη στον «Ευαγγελισμό» – Παραμένει, όμως, το κρίσιμο ερώτημα γιατί ένα μεγάλο δημόσιο νοσοκομείο δεν διέθετε τη Νευρολογική Κλινική που κρίθηκε αναγκαία
Άρθρο γνώμης
Πρώτα από όλα, σεβασμός στη Λένα Σαμαρά.
Σε ένα γλυκύτατο νέο κορίτσι που έφυγε ξαφνικά και άφησε πίσω του μια οικογένεια συντετριμμένη. Ο πόνος αυτός δεν προσφέρεται για κομματική εκμετάλλευση, τηλεοπτικούς καβγάδες ή εύκολες καταδίκες.
Ούτε, όμως, μπορεί να χρησιμοποιείται ως ασπίδα για να μη διατυπώνονται ερωτήματα σχετικά με τη λειτουργία των δημόσιων νοσοκομείων.
Και εδώ ο υπουργός Υγείας Άδωνις Γεωργιάδης οφείλει να σταματήσει να χαρακτηρίζει συλλήβδην «τοξικότητα» κάθε κριτική προς το ΕΣΥ.
Τι γνωρίζουμε για τη διακομιδή
Η ακρίβεια είναι απαραίτητη, ιδιαίτερα όταν μιλάμε για έναν θάνατο.
Η Λένα Σαμαρά εξετάστηκε στο «Σισμανόγλειο» από ομάδα γιατρών και υποβλήθηκε σε κλινικό, εργαστηριακό και απεικονιστικό έλεγχο.
Όταν κρίθηκε αναγκαία η περαιτέρω διερεύνηση σε οργανωμένη Νευρολογική Κλινική, διακομίστηκε σταθεροποιημένη, με ασθενοφόρο και συνοδεία γιατρού, στον «Ευαγγελισμό», όπου και εισήχθη.
Κατά τη διάρκεια της διερεύνησης παρουσίασε ραγδαία επιδείνωση και καρδιακή ανακοπή, χωρίς δυστυχώς να καταστεί δυνατή η ανάνηψή της.
Επομένως, δεν πρέπει να υποστηρίζεται ότι μεταφέρθηκε ασταθής ή χωρίς ιατρική έγκριση. Ούτε γνωρίζουμε εάν μια διαφορετική διαδρομή θα μπορούσε να είχε αλλάξει την τραγική κατάληξη.
Χωρίς τον πλήρη ιατρικό φάκελο, κανένας δεν δικαιούται να εκδίδει ιατρικές αποφάσεις από τα κοινωνικά δίκτυα.
Το ερώτημα που παραμένει
Αυτό που γνωρίζουμε, όμως, είναι ότι το «Σισμανόγλειο» δεν διέθετε Νευρολογική Κλινική και γι’ αυτό απαιτήθηκε η διακομιδή της ασθενούς σε δεύτερο νοσοκομείο.
Ο ίδιος ο Άδωνις Γεωργιάδης δήλωσε ότι υπήρχε νευρολόγος, αλλά όχι οργανωμένη Νευρολογική Κλινική.
Εδώ βρίσκεται το πραγματικό πολιτικό ζήτημα.
Όχι εάν βρισκόταν εκεί ένας γιατρός. Αλλά γιατί ένα μεγάλο δημόσιο νοσοκομείο δεν διέθετε την κλινική που κρίθηκε απαραίτητη για την περαιτέρω αντιμετώπιση ενός σοβαρού νευρολογικού περιστατικού.
Αυτό δεν αποδεικνύει ότι η απουσία της συγκεκριμένης κλινικής προκάλεσε τον θάνατο της Λένας Σαμαρά.
Αποδεικνύει, όμως, ότι η συζήτηση για τις ελλείψεις του ΕΣΥ δεν είναι ούτε «τοξικότητα» ούτε κομματική κακία.
Είναι θεμιτός και αναγκαίος δημόσιος έλεγχος.
Η πολιτική ευθύνη δεν είναι ιατρική καταδίκη
Κανένας δεν πρέπει να φορτώσει στους γιατρούς μια ευθύνη που δεν προκύπτει από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Οι άνθρωποι των δημόσιων νοσοκομείων δίνουν καθημερινά μάχη μέσα σε εξαντλητικές συνθήκες. Εργάζονται με ελλείψεις, ατελείωτες εφημερίες και τεράστια πίεση, προσπαθώντας να κρατήσουν όρθιο ένα σύστημα που συχνά στηρίζεται αποκλειστικά στο φιλότιμό τους.
Η πολιτική ευθύνη, όμως, ανήκει στην κυβέρνηση και στον υπουργό Υγείας.
Αφορά τη στελέχωση, τις οργανωμένες κλινικές, τις εφημερίες, τις διακομιδές και τη συνολική ασφάλεια του συστήματος.
Ο Άδωνις Γεωργιάδης δεν χρειάζεται να απαντήσει με χαρακτηρισμούς. Χρειάζεται να απαντήσει με στοιχεία.
Γιατί το «Σισμανόγλειο» δεν διαθέτει Νευρολογική Κλινική;
Ποια άλλα μεγάλα νοσοκομεία αντιμετωπίζουν αντίστοιχα κενά;
Πόσες διακομιδές πραγματοποιούνται καθημερινά επειδή απουσιάζουν κρίσιμες ειδικότητες, κλινικές ή οργανωμένα τμήματα;
Πόσο πολύτιμο χρόνο χάνουν ασθενείς και γιατροί μετακινούμενοι από νοσοκομείο σε νοσοκομείο;
Και τι έχει πραγματικά αλλάξει στην καθημερινή περίθαλψη του πολίτη με τα δισεκατομμύρια που ανακοινώνονται για την Υγεία;
Οι πολίτες δεν ζητούν θαύματα
Όσοι καταφεύγουν σε ένα δημόσιο νοσοκομείο δεν ζητούν θαύματα.
Ζητούν να υπάρχει ο κατάλληλος γιατρός, η αναγκαία κλινική, διαθέσιμο προσωπικό και ο απαραίτητος εξοπλισμός. Ζητούν να μη χρειάζεται να είναι τυχεροί για να λάβουν την περίθαλψη που δικαιούνται.
Αυτή είναι η ευθύνη της πολιτικής ηγεσίας του υπουργείου Υγείας.
Ο σεβασμός στη μνήμη της Λένας Σαμαρά απαιτεί αλήθεια, αξιοπρέπεια και σοβαρότητα.
Ούτε ατεκμηρίωτες κατηγορίες ούτε υπουργική προπαγάνδα.
Μόνο καθαρές απαντήσεις για ένα ΕΣΥ στο οποίο κάθε πολίτης πρέπει να μπορεί να αισθάνεται ασφαλής.

