Η πολιτική δεν είναι διαγωνισμός συμπάθειας ούτε πεδίο για φήμες, υπαινιγμούς και καφενειακές “αποκαλύψεις”. Στο τέλος, ο ηγέτης κρίνεται από το αποτύπωμα, τη σταθερότητα που εκπέμπει και το βάρος με το οποίο στέκεται η χώρα απέναντι σε φίλους, αντιπάλους και εχθρούς.
Ηγέτης δεν είναι όποιος αρέσει, αλλά όποιος αντέχει
Στην ελληνική πολιτική συζήτηση γίνεται συχνά ένα βολικό μπέρδεμα: συγχέεται η προσωπική συμπάθεια με την πολιτική ηγεσία. Το «καλό παιδί» μπορεί να είναι ευγενικό, προσεκτικό, ήπιο, επικοινωνιακά τακτοποιημένο. Ο ηγέτης όμως δεν μετριέται με όρους συμπάθειας. Μετριέται στις δύσκολες ώρες. Μετριέται από το αν παράγει αίσθημα ασφάλειας, από το αν ενισχύει τη θέση της χώρας, από το αν η πατρίδα εκπέμπει σοβαρότητα, ισχύ και αυτοπεποίθηση.
Η Ελλάδα των τελευταίων ετών, παρά τις αντιφάσεις και τα προβλήματά της, είναι μια χώρα που έχει ξαναμπεί με πιο βαριά φωνή στον διεθνή χάρτη. Και αυτό δεν είναι αφηρημένο επικοινωνιακό σύνθημα. Είναι πολιτικό αποτέλεσμα. Όποιος δεν μπορεί να διακρίνει τη διαφορά ανάμεσα στην εικόνα ενός απλού διαχειριστή και στο αποτύπωμα ενός ηγέτη, απλώς αρνείται να διαβάσει την πραγματικότητα όπως είναι.
Η χώρα δεν κυβερνιέται με ψιθύρους και υπονοούμενα
Το ακόμη πιο θλιβερό είναι ότι, αντί η αντιπαράθεση να γίνεται με όρους έργου, στρατηγικής και αποτελεσματικότητας, συχνά μετατρέπεται σε βούρκο φημών, υπαινιγμών και προσωπικών συνδέσεων χωρίς αποδείξεις. Όταν λείπει το επιχείρημα, επιστρατεύεται ο ψίθυρος. Όταν δεν αρκεί η πολιτική κριτική, εμφανίζεται η λάσπη μεταμφιεσμένη σε “πληροφορία”.
Αυτή η μέθοδος δεν αποδομεί τον αντίπαλο. Εκθέτει εκείνον που την χρησιμοποιεί. Η σοβαρή πολιτική σύγκρουση απαιτεί στοιχεία, ευθύτητα και καθαρό λόγο. Όχι καφενειακές συνωμοσιολογίες, όχι ενοχοποιήσεις μέσω συνειρμών, όχι συκοφαντικούς υπαινιγμούς που βαφτίζονται δημόσιος διάλογος. Όποιος θέλει να μιλά για τη χώρα, οφείλει πρώτα να σέβεται το επίπεδο της συζήτησης.
Η Ελλάδα χρειάζεται βάρος, όχι πολιτικά “καλά παιδιά”
Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι ποιος είναι πιο συμπαθής στο κομματικό ακροατήριο, ούτε ποιος φτιάχνει πιο εύκολα έναν κύκλο δημόσιας τρυφερότητας γύρω από το όνομά του. Το ερώτημα είναι ποιος μπορεί να σταθεί στο ύψος της ιστορικής στιγμής. Ποιος μπορεί να κρατήσει το τιμόνι όταν οι καιροί αγριεύουν. Ποιος μπορεί να εκπροσωπήσει τη χώρα με τρόπο που να την καθιστά υπολογίσιμη και όχι θλιβερό αντικείμενο εσωτερικής μικροπολιτικής.
Η πολιτική δεν είναι χώρος ψυχολογικής επιβεβαίωσης. Είναι χώρος ευθύνης. Και η ευθύνη απαιτεί νεύρο, αντοχή, στρατηγική, καθαρότητα στόχου και βαρύτητα. Γι’ αυτό και η διαφορά ανάμεσα στον ηγέτη και στο “καλό παιδί” δεν είναι σχήμα λόγου. Είναι η ίδια η διαφορά ανάμεσα σε μια χώρα που στέκεται όρθια και σε μια χώρα που παραδέρνει μέσα στις αυταπάτες της.
Στο τέλος της ημέρας, η Ιστορία δεν ρωτά ποιος ήταν συμπαθής. Ρωτά ποιος άντεξε, ποιος προστάτευσε τη χώρα και ποιος στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων. Όλα τα υπόλοιπα είναι κουβέντες για καφενείο.

