Το «Άρατε Πύλας» είναι από τις πιο δυνατές στιγμές της Ακολουθίας της Αναστάσεως. Είναι η στιγμή που αναπαρίσταται η θριαμβευτική είσοδος του Χριστού στη Βασιλεία των Ουρανών.
Ο παπα-Γιώργης, ο αγαπημένος μου παπάς, είχε όλη την ενέργεια και το σθένος του χαρακτήρα του για να δίνει ζωή σ’ αυτή τη σκηνή. Έβαζε τον μπάρμπα-Αντώνη, τον νεωκόρο, να κρατάει την «κόντρα» πίσω από την πόρτα της εισόδου και να απαντά στο «Άρατε πύλας» με το «Τίς εστιν ο Βασιλεύς της δόξης;».
Και χρόνια ολόκληρα το εκκλησίασμα, χαρούμενο με την Ανάσταση, απολάμβανε σύσσωμο τη στιγμή και συμμετείχε ψάλλοντας την επαναλαμβανόμενη κατάληξη:
«Ο Βασιλεύς της Δόξης!»
Μόνο που ο μπάρμπα-Αντώνης γέρασε. Οι δυνάμεις τον εγκατέλειψαν, η ακοή και η όραση ήταν σε μαύρα χάλια, και πια δυσκολευόταν να ανταποκριθεί στον ρόλο του.
Για να κρατήσει λοιπόν την απαιτούμενη αντίσταση στη δυναμική επιχείρηση εισόδου — αφού, ως γνωστόν, με την τρίτη και με κλωτσιά στην πόρτα έμπαινε ο Χριστός στη Βασιλεία των Ουρανών — ο καημένος θεώρησε σωστό να την κλειδώσει.
— Άρατε πύλας! φώναξε ο παπα-Γιώργης με στεντόρεια φωνή.
— Και εισελεύσεται ο Βασιλεύς της Δόξης!
Από μέσα ο μπάρμπα-Αντώνης:
— Είπες τίποτα, παπά μου;
Και ο παπα-Γιώργης, στα μουλωχτά:
— Τον κακό σου τον καιρό είπα…
Στην τρίτη και τελική προσπάθεια — είχε ανέβει κιόλας το αίμα στο κεφάλι — τραβάει μια δυνατή κλωτσιά στην πόρτα. Πετάγεται το κλειδί, χάνεται μες στα μαύρα σκοτάδια, ο μπάρμπα-Αντώνης πέφτει στα γόνατα να το ψάχνει, κι ο Χριστός μένει να περιμένει κανένα τέταρτο έξω από τη Βασιλεία των Ουρανών.
Και τότε ο παπα-Γιώργης, απηυδισμένος, γυρίζει και μου λέει:
— Άντε τώρα… πηγαίνετε όλοι να πέσετε στα κοψίδια και στη μαγειρίτσα, και αφήστε με εμένα μοναχό μου να βγάλω το φίδι από την τρύπα.

