Η κυβέρνηση επιχειρεί να μετατρέψει την Εκκλησία σε πολιτικό στήριγμα, την ώρα που τα νοικοκυριά γονατίζουν – Επικίνδυνη και διχαστική η σύγκριση Μητροπολιτών και Μουφτήδων
Υπάρχουν πολιτικές αποφάσεις που κρίνονται από το δημοσιονομικό τους κόστος. Υπάρχουν, όμως, και αποφάσεις που κρίνονται κυρίως από το μήνυμα που εκπέμπουν.
Η κυβερνητική επιλογή να προχωρήσει σε εντυπωσιακή αναβάθμιση των αποδοχών της ανώτατης εκκλησιαστικής Ιεραρχίας ανήκει ξεκάθαρα στη δεύτερη κατηγορία.
Δεν είναι μόνο ζήτημα χρημάτων. Είναι ζήτημα πολιτικών προτεραιοτήτων, θεσμικών σχέσεων και κοινωνικού συμβολισμού.
Την ώρα που εκατομμύρια πολίτες μετρούν το κόστος του ηλεκτρικού ρεύματος, αγωνιούν για το ενοίκιο, περιορίζουν ακόμη και τα βασικά είδη διατροφής και βλέπουν το πραγματικό τους εισόδημα να εξανεμίζεται, η κυβέρνηση αποφάσισε ότι η κατάλληλη στιγμή είχε έρθει για να ικανοποιηθεί ένα παλαιό αίτημα της εκκλησιαστικής Ιεραρχίας.
Όχι των χαμηλόμισθων εργαζομένων.
Όχι των νοσηλευτών που καταρρέουν από την εξάντληση.
Όχι των γιατρών που εγκαταλείπουν το ΕΣΥ.
Όχι των εκπαιδευτικών που πληρώνουν από την τσέπη τους για να υπηρετούν μακριά από τον τόπο τους.
Όχι των απλών ιερέων που βρίσκονται καθημερινά δίπλα στις οικογένειες, στους ασθενείς και στους ανθρώπους της ανάγκης.
Η προτεραιότητα δόθηκε στην κορυφή της εκκλησιαστικής διοίκησης.
ΜΙΑ «ΚΙΝΗΣΗ ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑΣ» ΜΕ ΧΡΗΜΑΤΑ ΤΩΝ ΦΟΡΟΛΟΓΟΥΜΕΝΩΝ
Ο ίδιος ο πρωθυπουργός παρουσίασε την αύξηση των αποδοχών ως «κίνηση αξιοπρέπειας προς την Εκκλησία».
Εδώ, όμως, γεννάται ένα απλό και αμείλικτο ερώτημα:
Η αξιοπρέπεια του εργαζόμενου που αμείβεται με έναν μισθό ο οποίος τελειώνει στις πρώτες είκοσι ημέρες του μήνα δεν αξίζει αντίστοιχη κυβερνητική μέριμνα;
Η αξιοπρέπεια του συνταξιούχου που επιλέγει ποια φάρμακα θα αγοράσει δεν είναι επείγουσα;
Η αξιοπρέπεια του γιατρού που εφημερεύει εξαντλημένος, του δασκάλου που πληρώνει πανάκριβο ενοίκιο σε νησί και του αστυνομικού ή του πυροσβέστη που εργάζεται σε επικίνδυνες συνθήκες δεν απαιτεί πολιτική αποκατάσταση;
Για αυτούς υπάρχουν πάντοτε «δημοσιονομικά περιθώρια», «ευρωπαϊκοί κανόνες», «αντοχές της οικονομίας» και υποσχέσεις για κάποια μελλοντική βελτίωση.
Για την ανώτατη Ιεραρχία, όμως, η κυβέρνηση βρήκε και τον χρόνο και τον τρόπο.
Αυτή η αντίφαση δεν μπορεί να κρυφτεί πίσω από τεχνικούς υπολογισμούς και ποσοστά. Αποτελεί καθαρή πολιτική επιλογή.
Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΟΣ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΣ
Η κυβέρνηση γνωρίζει πολύ καλά ότι η Εκκλησία εξακολουθεί να διαθέτει ισχυρή κοινωνική παρουσία και επιρροή. Γνωρίζει ότι οι Μητροπόλεις, οι ενορίες και οι θρησκευτικοί θεσμοί βρίσκονται σε άμεση επαφή με εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες.
Γι’ αυτό και κάθε προνομιακή κυβερνητική μεταχείριση προς την ανώτατη Ιεραρχία δημιουργεί αναπόφευκτα ένα βαρύ πολιτικό ερώτημα:
Επιχειρεί η κυβέρνηση, μέσω της μισθολογικής ικανοποίησης της εκκλησιαστικής ηγεσίας, να εξασφαλίσει ευνοϊκή στάση, περιορισμό των αντιδράσεων και χρήσιμες σιωπές;
Δεν μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι κάθε Ιεράρχης συναλλάσσεται ή ότι η Εκκλησία λειτουργεί συλλήβδην ως κυβερνητικό παράρτημα. Μια τέτοια γενίκευση θα ήταν άδικη.
Η ευθύνη, όμως, βαραίνει την κυβέρνηση, η οποία με την επιλογή και κυρίως με τη χρονική στιγμή της δημιουργεί την εντύπωση μιας πολιτικής συναλλαγής.
Όταν μια κοινωνία βράζει και η εκτελεστική εξουσία προσφέρει θεαματικές αυξήσεις σε έναν θεσμό με ισχυρή πολιτική και κοινωνική επιρροή, είναι απολύτως εύλογο οι πολίτες να αναρωτηθούν τι ακριβώς επιδιώκεται.
Η Εκκλησία δεν μπορεί και δεν πρέπει να μετατραπεί σε κυβερνητικό χειροκροτητή.
Δεν είναι εκλογικός μηχανισμός, ούτε παραμάγαζο της εκάστοτε εξουσίας.
Η ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΗ ΣΥΓΚΡΙΣΗ ΜΕ ΤΟΥΣ ΜΟΥΦΤΗΔΕΣ
Ακόμη πιο προβληματική είναι η επιλογή του πρωθυπουργού να αιτιολογήσει τη ρύθμιση δηλώνοντας ότι δυσκολεύεται να δεχτεί ένας Μητροπολίτης να αμείβεται λιγότερο από έναν Μουφτή.
Πρόκειται για μια σύγκριση όχι μόνο άστοχη, αλλά και κοινωνικά επικίνδυνη.
Γιατί πρέπει ο Μουφτής να παρουσιαστεί περίπου ως το μέτρο ενός ανεπίτρεπτου προνομίου;
Γιατί η αναβάθμιση των αποδοχών ενός θρησκευτικού λειτουργού πρέπει να δικαιολογηθεί μέσω της υποβάθμισης ή της στοχοποίησης ενός άλλου;
Οι Μουφτήδες δεν είναι αντίπαλοι των Μητροπολιτών.
Οι μουσουλμάνοι Έλληνες πολίτες της Θράκης δεν είναι πολίτες δεύτερης κατηγορίας.
Η θρησκευτική ειρήνη και η κοινωνική συνοχή δεν μπορούν να μπαίνουν στη ζυγαριά μιας μικροπολιτικής μισθολογικής σύγκρισης.
Η κυβέρνηση θα μπορούσε να εξηγήσει τη ρύθμισή της με διοικητικά, θεσμικά ή μισθολογικά επιχειρήματα. Επέλεξε, όμως, μια αντιπαραβολή που μπορεί να καλλιεργήσει την εντύπωση ότι ένας μουσουλμάνος θρησκευτικός λειτουργός απολαμβάνει κάποιο αδικαιολόγητο πλεονέκτημα έναντι ενός ορθόδοξου Ιεράρχη.
Αυτός ο δρόμος είναι ολισθηρός.
Σε μια ευαίσθητη περιοχή όπως η Θράκη, οι λέξεις ενός πρωθυπουργού δεν είναι ποτέ ουδέτερες. Έχουν πολιτικό, κοινωνικό και εθνικό βάρος.
Η κυβέρνηση οφείλει να ενώνει τους πολίτες, όχι να δημιουργεί τεχνητές θρησκευτικές συγκρίσεις για να δικαιολογήσει τις δικές της επιλογές.
Ο ΑΠΟΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΠΡΟΦΑΝΗΣ
Η δημόσια συζήτηση μεταφέρεται ξαφνικά από την ακρίβεια, το στεγαστικό αδιέξοδο, την κατάρρευση των δημόσιων υπηρεσιών και την ανασφάλεια των νοικοκυριών στο ερώτημα ποιος θρησκευτικός λειτουργός πρέπει να αμείβεται περισσότερο.
Έτσι κατασκευάζεται ένας βολικός αντιπερισπασμός.
Αντί να συζητάμε γιατί ένας νέος εργαζόμενος δεν μπορεί να νοικιάσει σπίτι, συζητάμε για τη μισθολογική «αξιοπρέπεια» της ανώτατης Ιεραρχίας.
Αντί να εξετάζουμε γιατί τα νοσοκομεία λειτουργούν στα όρια, καλούμαστε να συγκρίνουμε Μητροπολίτες και Μουφτήδες.
Αντί να απαιτούμε πραγματικές αυξήσεις για την κοινωνική πλειονότητα, παρακολουθούμε την κυβέρνηση να ικανοποιεί ένα περιορισμένο και πολιτικά ισχυρό ακροατήριο.
Αυτό δεν είναι κοινωνική πολιτική.
Είναι πολιτική διαχείρισης επιρροών.
ΟΙ ΙΕΡΑΡΧΕΣ ΠΟΥ ΛΕΝΕ «ΟΧΙ» ΤΙΜΟΥΝ ΤΗΝ ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΤΟΥΣ
Ευτυχώς, μέσα στην Εκκλησία υπάρχουν ακόμη φωνές που αντιλαμβάνονται το βάρος της συγκυρίας.
Ιεράρχες που καταλαβαίνουν ότι μια τόσο μεγάλη μισθολογική μεταβολή, την ώρα που η κοινωνία υποφέρει, κινδυνεύει να φέρει την Εκκλησία απέναντι στους ίδιους τους ανθρώπους που καλείται να στηρίξει.
Ιεράρχες που δεν επιθυμούν να εμφανιστούν ως προνομιούχοι συνομιλητές της εξουσίας.
Ιεράρχες που θυμούνται ότι το κύρος της Εκκλησίας δεν μετριέται με το ύψος των αποδοχών, αλλά με την απόσταση που κρατά από την εξουσία και με την εγγύτητά της προς τον αδύναμο άνθρωπο.
Αυτές οι φωνές τιμούν πραγματικά το λειτούργημά τους.
Διότι η Εκκλησία οφείλει να βρίσκεται δίπλα στον άνεργο, στον φτωχό, στον ασθενή, στον ηλικιωμένο, στον διωκόμενο και στον απελπισμένο.
Όχι να μετατρέπεται σε θεσμικό άλλοθι μιας κυβέρνησης που αναζητεί κοινωνικές συμμαχίες και εκλογικά στηρίγματα.
ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΘΕΜΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΩΝ Ή ΜΟΥΦΤΗΔΩΝ
Η ουσία δεν βρίσκεται στο αν ένας Μητροπολίτης ή ένας Μουφτής δικαιούται συγκεκριμένο μισθό.
Η ουσία βρίσκεται στην κυβερνητική ιεράρχηση.
Σε ποιους δίνει άμεσα και σε ποιους ζητά υπομονή.
Ποιων την «αξιοπρέπεια» αναγνωρίζει με γενναίες αυξήσεις και ποιων την αξιοπρέπεια εξαντλεί σε επικοινωνιακές δηλώσεις.
Ποιους θεωρεί χρήσιμους συνομιλητές και ποιους αντιμετωπίζει ως δημοσιονομικό βάρος.
Η κυβέρνηση δεν μπορεί να κρύβεται πίσω από την Εκκλησία ούτε να χρησιμοποιεί τη θρησκεία ως εργαλείο πολιτικής επιβίωσης.
Και η Εκκλησία δεν μπορεί να επιτρέψει να δημιουργείται η εικόνα ότι ανταλλάσσει την προφητική και κοινωνική φωνή της με μισθολογικές διευθετήσεις.
Η κοινωνία δεν χρειάζεται νέους τεχνητούς διχασμούς.
Χρειάζεται δικαιοσύνη, αξιοπρέπεια και ουσιαστική στήριξη.
Και κυρίως χρειάζεται μια Εκκλησία ελεύθερη από κυβερνητικές εξαρτήσεις, η οποία θα ελέγχει την εξουσία αντί να ευλογεί τις επιλογές της.
Γιατί η Εκκλησία που σιωπά μπροστά στην κοινωνική αδικία μπορεί να είναι χρήσιμη για μια κυβέρνηση.
Δεν είναι, όμως, χρήσιμη για τον δοκιμαζόμενο άνθρωπο.

