Σοβαρά πολιτικά και εθνικά ερωτήματα προκαλεί το πρωτοσέλιδο δημοσίευμα της εφημερίδας «Εστία», σύμφωνα με το οποίο ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης φέρεται να ζήτησε από τον Τούρκο ομόλογό του, Χακάν Φιντάν, να μην προχωρήσει η Άγκυρα στην κατάθεση του νομοσχεδίου για τη λεγόμενη «Γαλάζια Πατρίδα» πριν από τις ελληνικές εκλογές.
Κατά την εφημερίδα, το επιχείρημα που φέρεται να προβλήθηκε ήταν ότι μια τέτοια κίνηση θα αποτελούσε πολιτικό πλήγμα για τον Κυριάκο Μητσοτάκη και θα επιβάρυνε την κυβέρνηση στο εσωτερικό της χώρας.
Εάν το δημοσίευμα ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, τότε το ζήτημα δεν αφορά απλώς έναν ακόμη διπλωματικό ελιγμό. Αφορά την ίδια τη στρατηγική με την οποία η κυβέρνηση αντιμετωπίζει τις επεκτατικές αξιώσεις της Τουρκίας: όχι με απαίτηση οριστικής εγκατάλειψής τους, αλλά με παράκληση να μετατεθούν χρονικά, ώστε να μην υπάρξει πολιτικό κόστος πριν από τις κάλπες.
Τι γνωρίζουμε επισήμως
Η συνάντηση Γεραπετρίτη–Φιντάν πραγματοποιήθηκε στις 10 Ιουνίου 2026 στη Σόφια, στο περιθώριο της Συνόδου Κορυφής της Διαδικασίας Συνεργασίας Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Η δημόσια θέση της ελληνικής πλευράς ήταν ότι οι μονομερείς τουρκικές ενέργειες δεν παράγουν έννομα αποτελέσματα, δεν συμβάλλουν στη διατήρηση ήρεμου κλίματος και ότι η μόνη διαφορά που αναγνωρίζει η Ελλάδα είναι η οριοθέτηση ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας.
Η Άγκυρα σχεδιάζει να εισαγάγει στην τουρκική Εθνοσυνέλευση νομοθετική πρωτοβουλία που συνδέεται με το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας», με την ψήφισή της να έχει μετατεθεί για το φθινόπωρο.
Ωστόσο, δεν έχει παρουσιαστεί δημόσια επίσημη επιβεβαίωση του ισχυρισμού ότι ο Έλληνας υπουργός ζήτησε ειδικά αναβολή μέχρι τη διεξαγωγή των ελληνικών εκλογών. Πρόκειται, μέχρι στιγμής, για πληροφορία που αποδίδεται από την «Εστία» σε παρασκηνιακές επαφές και πρέπει να αντιμετωπίζεται ως δημοσιογραφικός ισχυρισμός, έως ότου διαψευστεί ή επιβεβαιωθεί επισήμως.
Η ουσία δεν είναι το πότε, αλλά το εάν
Η «Γαλάζια Πατρίδα» δεν γίνεται λιγότερο επικίνδυνη επειδή θα ψηφιστεί μετά τις εκλογές. Δεν χάνει τον αναθεωρητικό χαρακτήρα της επειδή η Άγκυρα θα περιμένει μερικούς μήνες. Και τα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα δεν μπορεί να αντιμετωπίζονται ως πρόβλημα προεκλογικού προγραμματισμού.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι ξεκάθαρο:
Ζήτησε η ελληνική κυβέρνηση από την Τουρκία να εγκαταλείψει τη “Γαλάζια Πατρίδα” ή απλώς να μην την εμφανίσει πριν ανοίξουν οι ελληνικές κάλπες;
Διότι, εάν ζητήθηκε μόνο χρονική μετάθεση, τότε η κυβέρνηση δεν διαπραγματεύεται την απόσυρση μιας τουρκικής διεκδίκησης. Διαπραγματεύεται τη διαχείριση του πολιτικού κόστους που προκαλεί αυτή η διεκδίκηση.
Και αυτό απαιτεί άμεση, καθαρή και επίσημη απάντηση από το υπουργείο Εξωτερικών. Όχι γενικόλογες διαψεύσεις, όχι διαρροές και όχι επίκληση του «ήρεμου κλίματος». Οι πολίτες δικαιούνται να γνωρίζουν τι ακριβώς ειπώθηκε στη Σόφια και εάν τα εθνικά ζητήματα συνδέθηκαν, έστω και εμμέσως, με τον ελληνικό εκλογικό χρόνο.

