Πίσω από τη μείωση του δείκτη δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ, οι αριθμοί αποκαλύπτουν επίμονες εξωτερικές ανισορροπίες, εκρηκτική άνοδο των φορολογικών εισπράξεων και βαθιά συμπίεση των εισοδημάτων
Μια διαφορετική εικόνα από εκείνη της κυβερνητικής αισιοδοξίας παρουσιάζει ο οικονομολόγος, βουλευτής και Η΄ Αντιπρόεδρος της Βουλής Βασίλης Βιλιάρδος, θέτοντας στο επίκεντρο το εξωτερικό χρέος, το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών και τη φορολογική επιβάρυνση των νοικοκυριών.
Το βασικό ερώτημα είναι απλό: μπορεί μια οικονομία να θεωρείται ότι κινείται στον σωστό δρόμο όταν το πραγματικό προϊόν αυξάνεται με μέτριους ρυθμούς, αλλά οι εισπράξεις από τον ΦΠΑ και τη συνολική φορολογία εκτοξεύονται, ενώ όλο και περισσότερα νοικοκυριά εγκλωβίζονται στις χαμηλότερες εισοδηματικές κατηγορίες;
Εξωτερικό χρέος σε ιστορικό υψηλό
Τα επίσημα στοιχεία επιβεβαιώνουν ότι το ακαθάριστο εξωτερικό χρέος της Ελλάδας ανήλθε στο πρώτο τρίμηνο του 2026 στα 597,696 δισ. ευρώ, από 590,646 δισ. ευρώ στο τέλος του 2025. Πρόκειται για αύξηση περίπου 7,05 δισ. ευρώ μέσα σε ένα τρίμηνο. ΕΛΣΤΑΤ – SDDS
Χρειάζεται μία απαραίτητη διευκρίνιση: το εξωτερικό χρέος δεν ταυτίζεται με το δημόσιο χρέος. Περιλαμβάνει τις υποχρεώσεις ολόκληρης της ελληνικής οικονομίας προς μη κατοίκους — της Γενικής Κυβέρνησης, της Τράπεζας της Ελλάδος, των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και άλλων τομέων.
Επομένως, το ποσό δεν μπορεί να παρουσιάζεται ως «χρέος της κυβέρνησης». Αποτελεί, όμως, καθαρό δείκτη της συνολικής εξάρτησης της χώρας από εξωτερική χρηματοδότηση.
Η ανησυχία γίνεται εντονότερη λόγω του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Η Τράπεζα της Ελλάδος καταγράφει έλλειμμα 7 δισ. ευρώ στο πρώτο τρίμηνο του 2026, αυξημένο κατά 2 δισ. σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2025. Στο πεντάμηνο Ιανουαρίου–Μαΐου το έλλειμμα έφτασε τα 8,9 δισ. ευρώ, αυξημένο κατά 1,6 δισ. σε ετήσια βάση. Τράπεζα της Ελλάδος
Το έλλειμμα δεν μετατρέπεται μηχανικά, ευρώ προς ευρώ, σε νέο εξωτερικό χρέος, καθώς παρεμβάλλονται επενδυτικές ροές, μεταβολές αποτιμήσεων και άλλες χρηματοοικονομικές κινήσεις. Δείχνει, ωστόσο, ότι η οικονομία εξακολουθεί να έχει μεγάλες εξωτερικές χρηματοδοτικές ανάγκες.
Η «αόρατη» μεσαία τάξη
Το πιο ανησυχητικό στοιχείο βρίσκεται στην καθημερινότητα των πολιτών.
Η Ετήσια Έκθεση Κατανάλωσης 2024 του ΙΝΕΜΥ–ΕΣΕΕ, η οποία επεξεργάζεται δεδομένα της ΕΛΣΤΑΤ έως και το 2023, δείχνει ότι το 61,65% των νοικοκυριών βρισκόταν σε κατηγορίες συνολικού μηνιαίου εισοδήματος έως 1.800 ευρώ. Το 2008 το αντίστοιχο άθροισμα ήταν 37,75%. ΙΝΕΜΥ–ΕΣΕΕ
Με άλλα λόγια, μέσα σε δεκαπέντε χρόνια το κέντρο βάρους της κοινωνίας μετακινήθηκε από τις μεσαίες και υψηλότερες βαθμίδες προς τα χαμηλότερα εισοδήματα.
Αυτό δεν αρκεί από μόνο του για να ορίσει επιστημονικά την «εξαφάνιση της μεσαίας τάξης», αποτελεί όμως ισχυρό τεκμήριο βαθιάς εισοδηματικής συμπίεσης.
Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη πολιτική αντίφαση: οι μακροοικονομικοί δείκτες μπορεί να βελτιώνονται, όμως η αγοραστική δύναμη, η αποταμίευση και η οικονομική ασφάλεια μεγάλου μέρους της κοινωνίας δεν ακολουθούν με τον ίδιο ρυθμό.
Ο ΦΠΑ που μεγαλώνει μαζί με τις τιμές
Η κριτική του Βασίλη Βιλιάρδου επικεντρώνεται στον λεγόμενο «πληθωριστικό φόρο».
Όταν ο ΦΠΑ επιβάλλεται ως ποσοστό επί της τιμής, η ακρίβεια αυξάνει αυτομάτως και την είσπραξη του κράτους: ΦΠΑ 24% σε καθαρή αξία 10 ευρώ σημαίνει 2,40 ευρώ φόρο, ενώ στα 20 ευρώ σημαίνει 4,80 ευρώ.
Τα επίσημα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά. Το 2019 τα έσοδα από ΦΠΑ ήταν 17,792 δισ. ευρώ και τα συνολικά φορολογικά έσοδα 51,415 δισ. ευρώ. Το 2025 ο ΦΠΑ έφτασε τελικά τα 27,775 δισ. ευρώ και τα συνολικά έσοδα από φόρους τα 71,909 δισ. ευρώ — υψηλότερα ακόμη και από τα 69,2 δισ. που είχαν προβλεφθεί αρχικά στον προϋπολογισμό. Στοιχεία 2019, στοιχεία 2025
Αυτό σημαίνει αύξηση περίπου 56% στις εισπράξεις ΦΠΑ και σχεδόν 40% στα συνολικά φορολογικά έσοδα σε σχέση με το 2019.
Την ίδια περίοδο, σύμφωνα με την πρώτη εκτίμηση της ΕΛΣΤΑΤ, το πραγματικό ΑΕΠ αυξήθηκε από περίπου 184 δισ. ευρώ το 2019 στα 204,4 δισ. ευρώ το 2025, δηλαδή περίπου 11%. Το ονομαστικό ΑΕΠ του 2025, όμως, έφτασε τα 248,4 δισ. ευρώ, αποτυπώνοντας και την επίδραση της ανόδου των τιμών. ΕΛΣΤΑΤ – ΑΕΠ 2025
Η σύγκριση του πραγματικού ΑΕΠ με τις ονομαστικές φορολογικές εισπράξεις δεν αποτελεί από μόνη της πλήρη φορολογική ανάλυση. Στα έσοδα συνέβαλαν επίσης η αύξηση της απασχόλησης και των ονομαστικών αμοιβών, η κατανάλωση, οι ηλεκτρονικές συναλλαγές και ο περιορισμός μέρους της φοροδιαφυγής.
Δεν αναιρείται, όμως, το βασικό γεγονός: η ακρίβεια διεύρυνε τη φορολογική βάση και έστειλε περισσότερα χρήματα στα κρατικά ταμεία.
Η τάση συνεχίζεται και το 2026. Στο πρώτο εξάμηνο, τα φορολογικά έσοδα ανήλθαν σε 33,824 δισ. ευρώ και ο ΦΠΑ σε 14,577 δισ. ευρώ. Αφαιρώντας το λογιστικό αποτέλεσμα των 306 εκατ. ευρώ από την παραχώρηση της Εγνατίας Οδού, οι εισπράξεις ΦΠΑ παρέμεναν κατά 573 εκατ. ευρώ υψηλότερες από τον στόχο. Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών
Ο παρονομαστής του χρέους και η πραγματικότητα του πολίτη
Η άνοδος του ονομαστικού ΑΕΠ βοηθά μαθηματικά στη μείωση του λόγου δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ, επειδή μεγαλώνει ο παρονομαστής.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η αποκλιμάκωση οφείλεται αποκλειστικά στον πληθωρισμό. Η Τράπεζα της Ελλάδος σημειώνει ότι το 2025 συνέβαλαν τόσο η αύξηση του ΑΕΠ όσο και η μείωση του ονομαστικού δημόσιου χρέους κατά περίπου 2 δισ. ευρώ.
Σημαίνει, όμως, κάτι πολύ συγκεκριμένο: η βελτίωση ενός δημοσιονομικού δείκτη δεν ισοδυναμεί αυτομάτως με βελτίωση της ζωής των πολιτών.
Ο ίδιος πληθωρισμός που διευκολύνει τον δείκτη χρέους προς ΑΕΠ και ενισχύει τις εισπράξεις ΦΠΑ, ροκανίζει μισθούς, συντάξεις και αποταμιεύσεις.
Το πρόβλημα επιτείνεται από τη δημοσιονομική διολίσθηση: όταν οι φορολογικές κλίμακες δεν αναπροσαρμόζονται αυτόματα με τον πληθωρισμό, μια ονομαστική αύξηση μισθού μπορεί να σπρώξει τον φορολογούμενο σε μεγαλύτερη επιβάρυνση, χωρίς αντίστοιχη αύξηση της πραγματικής αγοραστικής του δύναμης.
Η φορολογική μεταρρύθμιση του 2026 μειώνει συγκεκριμένους συντελεστές και ελαφρύνει κατηγορίες φορολογουμένων, δεν θεσπίζει όμως πλήρη αυτόματη τιμαριθμική αναπροσαρμογή των κλιμακίων.
Οι απαντήσεις που οφείλει το οικονομικό επιτελείο
Η Τράπεζα της Ελλάδος έχει ήδη δημοσιεύσει ανάλυση για τους διαρθρωτικούς και κυκλικούς παράγοντες του ισοζυγίου, εκτιμώντας ότι το επίπεδο του ελλείμματος παραμένει κυρίως διαρθρωτικό, παρότι η επιδείνωση του 2024 αποδόθηκε περισσότερο σε κυκλικούς παράγοντες. Economic Bulletin 63
Αυτό, όμως, δεν υποκαθιστά μια πλήρη και δημόσια κυβερνητική αποτίμηση για το ποιοι κλάδοι παράγουν πραγματική προστιθέμενη αξία, ποιοι εξαρτώνται από εισαγωγές και επιδοτήσεις και ποιοι βελτιώνουν μόνιμα την παραγωγική βάση.
Το οικονομικό επιτελείο οφείλει να απαντήσει με αριθμούς: πόσο από την αύξηση των φορολογικών εσόδων προέρχεται από πραγματική ανάπτυξη, πόσο από καλύτερη συμμόρφωση και πόσο από την ακρίβεια; Γιατί δεν εφαρμόζεται μόνιμη τιμαριθμική προσαρμογή των φορολογικών κλιμακίων; Και κυρίως, πώς μεταφράζεται η δημοσιονομική «επιτυχία» σε πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα για τα νοικοκυριά;
Γιατί ανάπτυξη που αποτυπώνεται κυρίως στα κρατικά έσοδα, ενώ η κοινωνία μετακινείται προς τα χαμηλότερα εισοδήματα, δεν είναι επιτυχία για όλους.
Είναι ένας αριθμητικός θρίαμβος με κοινωνικό λογαριασμό.

