Πέντε εργαζόμενες νεκρές, ερωτήματα για διαρροή υγραερίου, ελλείψεις σε μέτρα πρόληψης – και μια δημόσια «γνωμάτευση» υπουργού που επιχειρεί να προδιαγράψει το πλαίσιο πριν ολοκληρωθεί η δικαστική διερεύνηση.
Δεν ήταν «η κακιά στιγμή». Ήταν η προβλέψιμη κατάληξη μιας αλυσίδας: εργασιακή επισφάλεια, πρόληψη “στα χαρτιά”, έλεγχοι που επικαλούνται οι πάντες εκ των υστέρων, και πάνω από τα ερείπια η πολιτική ανάγκη να κλείσει το θέμα πριν ανοίξει πραγματικά.
1) Το γεγονός δεν είναι «μεμονωμένο» – είναι σύμπτωμα
Μια έκρηξη σε εργοστάσιο, πέντε νεκρές εργαζόμενες, πέντε σπίτια χωρίς τη γυναίκα που κρατούσε την οικογένεια όρθια. Και την ίδια ώρα, η δημόσια σφαίρα έχει ήδη γεμίσει από το γνώριμο “πλαίσιο”:
- «να δούμε τι θα πει η Πυροσβεστική» (για το ξεκάρφωμα)
- «επί ημερών μου έγιναν όλοι οι έλεγχοι» (για την προ-αθώωση)
- «μην πολιτικοποιείτε» (για τη φίμωση)
Όμως τίποτα εδώ δεν είναι “μεμονωμένο”. Είναι μέρος μιας περιόδου όπου οι θάνατοι εν ώρα εργασίας αυξάνονται, ενώ οι συνθήκες ασφάλειας αντιμετωπίζονται ως κόστος και όχι ως υποχρέωση.
2) Η υπουργική «γνωμάτευση» είναι θεσμική παραβίαση, όχι “άποψη”
Όταν υπουργός βγαίνει δημόσια και «θυμάται» ότι όλα ήταν εντάξει και όλοι οι έλεγχοι έγιναν, δεν κάνει απλή τοποθέτηση. Κάνει κάτι πιο βαρύ:
ρίχνει πολιτική σκιά πάνω στη δικαστική διερεύνηση.
Γιατί το μήνυμα που εκπέμπεται δεν είναι «περιμένουμε τα πορίσματα». Είναι:
«Προσέξτε πού πάτε να το πάτε. Εμείς λέμε ότι το εργοστάσιο ήταν “ΟΚ”.»
Και αυτό μεταφράζεται σε πίεση — όχι κατ’ ανάγκη με τη μορφή εντολής, αλλά ως κλίμα, ως προειδοποίηση, ως πολιτική “γραμμή” που προηγείται της ανάκρισης.
3) Η πίεση υπάρχει ακόμα κι όταν δεν λέγεται
Ο εισαγγελέας και ο ανακριτής μπορούν να κάνουν άψογα τη δουλειά τους. Αλλά την κάνουν σε ένα πεδίο όπου:
- η κυβέρνηση έχει αποδείξει ότι μιλάει πριν μιλήσει η Δικαιοσύνη,
- ο δημόσιος λόγος της λειτουργεί ως “προκαταβολική αξιολόγηση” της υπόθεσης,
- δημιουργείται ένα πλαίσιο “κανονικότητας” που ευνοεί όσους πρέπει να ελεγχθούν.
Κάποιοι αντέχουν. Κάποιοι λυγίζουν. Και αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα: δεν πρέπει καν να τίθεται το δίλημμα “αντέχεις ή όχι”. Η Δικαιοσύνη πρέπει να δουλεύει χωρίς υπουργικές σκιές.
4) Το κρίσιμο: η πρόληψη δεν είναι διακόσμηση
Αν ισχύουν όσα αναφέρονται για διαρροή υγραερίου, για αεριοδότηση χώρου, για ελλείψεις σε ανίχνευση/έγκαιρη προειδοποίηση, τότε το ερώτημα δεν είναι “ποιος θυμάται τι”.
Το ερώτημα είναι:
ποιος άφησε τον χώρο να λειτουργεί με κίνδυνο που σκοτώνει.
Γιατί σε βιομηχανικό περιβάλλον, η ασφάλεια δεν είναι “καλή πρόθεση”. Είναι:
- τεχνικά μέτρα,
- διαδικασίες,
- καταγεγραμμένες επιθεωρήσεις,
- συμμόρφωση,
- ευθύνη.
Και όταν λείπει το ένα, το πληρώνει ο άνθρωπος. Πάντα.
Κουτί – Ερωτήματα (που δεν γίνεται να θαφτούν)
- Υπήρχαν τεχνικά συστήματα έγκαιρης προειδοποίησης για διαρροή αερίου; Αν όχι, ποιος το επέτρεψε;
- Ποιος είχε την ευθύνη της συντήρησης και της ασφάλειας και ποιος υπέγραφε την “επάρκεια”;
- Πότε έγινε ο τελευταίος ουσιαστικός έλεγχος (όχι τυπικός) και τι διορθωτικά μέτρα επιβλήθηκαν;
- Υπήρχαν αναφορές εργαζομένων για οσμές/διαρροές/επικίνδυνες συνθήκες; Καταγράφηκαν;
- Ποιος θα λογοδοτήσει ποινικά και ποιος θα επιχειρήσει να το “θάψει” πολιτικά;
Αν συνηθίσουμε αυτό, τελειώσαμε.
Αν αποδεχτούμε ότι μετά από πέντε νεκρές εργαζόμενες ο υπουργός μπορεί να βγαίνει και να «θυμάται» δημόσια ότι όλα ήταν καλά, τότε δεν μιλάμε για κράτος δικαίου. Μιλάμε για κράτος κάλυψης.
Και δεν μας το ζητάνε “οι θεσμοί”.
Μας το ζητάνε χωρίς λόγια τα μάτια των παιδιών που περίμεναν τις μανάδες τους να γυρίσουν σπίτι — και δεν γύρισαν.

