Η Ελλάδα έχει δει άπειρες απεργίες. Έχει δει πλατείες να φουσκώνουν, κλάδους να κλείνουν τη χώρα, συνθήματα να καίνε για δυο εικοσιτετράωρα και ύστερα να σκορπίζουν σαν καπνός. Έχει δει τη γνώριμη συνδικαλιστική σκηνοθεσία, με τους μόνιμους πρωταγωνιστές, τα προβλέψιμα πανό, τις ίδιες καταγγελίες, την ίδια κόπωση του κοινού.
Ο πειρασμός είναι εύκολος: βλέπεις τους γιατρούς στους δρόμους, τα ταξί σε κινητοποιήσεις, ακούς για ταλαιπωρία, και λες “πάλι τα ίδια;”.
Μόνο που αυτή τη φορά το πράγμα μυρίζει διαφορετικά.
Οι σημερινές απεργίες έχουν μεγαλύτερο βάρος από το θόρυβό τους. Δείχνουν αλλαγή στην ψυχολογία της κοινωνίας, όταν η οικονομική και επαγγελματική πίεση ξεπερνά το όριο αντοχής των πολλών.
Εδώ βρίσκεται η πραγματική διαφορά.
Ο νοσοκομειακός γιατρός και ο οδηγός ταξί δεν ανήκουν στον ίδιο κόσμο. Δεν μοιράζονται το ίδιο επαγγελματικό περιβάλλον, ούτε τα ίδια αιτήματα, ούτε την ίδια κοινωνική εικόνα. Όμως βγαίνουν ταυτόχρονα στο προσκήνιο εκπέμποντας το ίδιο σήμα: η πίεση έφτασε στο όριο. Πίσω από διαφορετικές αφορμές φαίνεται το ίδιο υπόστρωμα.
Το υπόστρωμα αυτό είναι η φθορά.
Φθορά εισοδήματος. Φθορά αντοχής. Φθορά εμπιστοσύνης. Φθορά νοήματος. Ο κόσμος νιώθει πια ότι δουλεύει μέσα σε ένα σύστημα που του ζητά συνεχώς περισσότερα και του επιστρέφει όλο και λιγότερα. Περισσότερη προσαρμογή, λιγότερη ασφάλεια. Περισσότερη πειθαρχία, ασθενέστερη αίσθηση δικαιοσύνης.
Εκεί ξεκινά η σημερινή ιστορία.
Στο ΕΣΥ η φθορά έχει γίνει οργανωτική αρχή. Το σύστημα στηρίζεται στην εξάντληση εκείνων που το κρατάνε όρθιο. Οι ελλείψεις βαφτίστηκαν “δυσκολίες”, οι εφημερίες “προσφορά”, οι υπερωρίες “κόστος του επαγγέλματος” και η εξάντληση “αίσθημα καθήκοντος”. Έτσι το κράτος κρύβει την ανεπάρκειά του πίσω από τον ηρωισμό ανθρώπων που το υπηρετούν ώσπου να λυγίσουν.
Όταν ένας γιατρός φτάνει να φωνάζει δημόσια για μισθούς, κενά, ωράρια και συνθήκες, μιλά για κάτι μεγαλύτερο από τον εαυτό του. Μιλά για ένα κράτος που λειτουργεί “στο περίπου”, με δανεική αντοχή από όσους βρίσκονται στην πρώτη γραμμή. Μιλά για μια εξουσία που πίστεψε ότι το φιλότιμο είναι ένας ανεξάντλητος και δωρεάν κρατικός πόρος.
Εκεί κρύβεται ο πολιτικός κίνδυνος αυτής της απεργίας. Ο πολίτης ενοχλείται, ταλαιπωρείται, αγανακτεί, αλλά ξέρει. Ξέρει τι σημαίνει νοσοκομείο στην Ελλάδα του σήμερα. Ξέρει τι σημαίνει να περιμένεις, να αγωνιάς, να βλέπεις λίγους ανθρώπους να σηκώνουν όλο το βάρος και, παρ’ όλα αυτά, να κρατάνε όρθιο το σύστημα. Γι’ αυτό η διαμαρτυρία των γιατρών ακούγεται πολύ πιο πέρα από τον κλάδο τους. Ακούγεται σαν προειδοποίηση ότι το σύστημα ζει με δανεικό χρόνο.
Στα ταξί το τοπίο αλλάζει. Το συναίσθημα όμως παραμένει συγγενές. Κυριαρχεί η αίσθηση ότι κάθε νέα κρατική παρέμβαση φτάνει με κόστος, αβεβαιότητα και αδιαφορία για το τι αντέχει πραγματικά ο επαγγελματίας.
Οι κανόνες για την ηλεκτροκίνηση μοιάζουν σε πολλούς άκαιροι και ακριβοί, σε μια περίοδο που η ίδια η Ευρώπη αναδιπλώνεται στους ρυθμούς και στα χρονοδιαγράμματα της Πράσινης Μετάβασης. Ο άνθρωπος που κάθεται δώδεκα ώρες στο τιμόνι ακούει απλώς ότι έρχεται άλλος ένας λογαριασμός παραπάνω από τις αντοχές του.
Υπάρχει και η άλλη πλευρά. Η απαίτηση για λευκό ποινικό μητρώο των οδηγών είναι αυτονόητη. Καμία σοβαρή κοινωνία δεν οφείλει να απολογείται επειδή απαιτεί ο οδηγός του ταξί που θα πάρει η κόρη σου γυρνώντας σπίτι Σάββατο βράδυ, να μην είναι ποινικός κατάδικος ή μπλεγμένος σε βία και χειρότερα. Εδώ η κοινωνία ζητά το αυτονόητο.
Αυτό δείχνει ότι η αντίδραση του κλάδου περιέχει και υπερβολή. Κυρίως όμως φανερώνει κάτι βαθύτερο: ο κόσμος έχει πάψει να πιστεύει ότι το κράτος ενεργεί με καλή πίστη, ακόμη και όταν κάποιες ρυθμίσεις έχουν λογική.
Το επικίνδυνο είναι πως η λέξη “μεταρρύθμιση” ακούγεται σαν απειλή σε ολοένα και περισσότερους ανθρώπους. Ειδικά όταν συνοδεύεται από καταιγισμό πλατφορμών, υποχρεώσεων, διαδικασιών και ψηφιακών βαρών, που μυρίζουν γραφειοκράτες που δεν έχουν δουλέψει μία μέρα στην πραγματική οικονομία. Πολίτες καλούνται αμισθί να ταΐζουν το κράτος με στοιχεία, για να παραχθούν στατιστικά που ποτέ δεν θα επιστρέψουν ως πραγματική αξία στην κοινωνία.
Όταν η κοινωνία χάνει την εμπιστοσύνη της στο περιεχόμενο των αλλαγών, κάθε νέα αλλαγή αντιμετωπίζεται σαν εχθρική πράξη. Εκεί πια έχουμε κρίση εμπιστοσύνης, που είναι πολύ πιο επικίνδυνη από τη σύγκρουση απάνω σε ένα νομοσχέδιο.
Η κοινωνία νιώθει ότι το κράτος νομοθετεί και πιέζει, χωρίς να πείθει για την αναγκαιότητα όσων αλλάζει, ούτε ότι συμμερίζεται πραγματικά το βάρος που μεταφέρει στον πολίτη.
Ο γιατρός νιώθει ότι του φορτώνουν στην πλάτη ένα σύστημα που σπάει. Ο επαγγελματίας οδηγός ταξί νιώθει ότι του φορτώνουν μια προσαρμογή ενεργειακής στρατηγικής που πληρώνει ο ίδιος. Και οι δύο, με διαφορετικές λέξεις, καταλήγουν στο ίδιο αποτέλεσμα: φτάνει.
Αυτό είναι που κάνει αυτές τις απεργίες διαφορετικές.
Η κοινωνία έχει πλέον κουραστεί να ακούει ότι “τα πράγματα θα βελτιωθούν στο μέλλον, αρκεί να κάνει μία ακόμη υποχώρηση σήμερα.” Η καθημερινότητα πιέζεται από παντού. Η ακρίβεια συνεχίζει να τρώει εισόδημα. Οι υπηρεσίες παραμένουν ανεπαρκείς. Η ανασφάλεια απλώθηκε σαν ομίχλη πάνω από νοικοκυριά και μικρές επιχειρήσεις.
Σε αυτή την ατμόσφαιρα, οι απεργίες δεν μοιάζουν πια με τελετουργία μειοψηφιών. Αρχίζουν να εκφράζουν το βουβό (ως τώρα) παράπονο πολύ περισσότερων.
Εκεί βρίσκεται το σημείο καμπής: στο “ως εδώ”.
Εκεί αρχίζει και η φθορά της κάθε κυβέρνησης. Όταν όλοι λένε το ίδιο. Όταν πολλοί περισσότεροι από όσους απεργούν αναγνωρίζουν σιωπηλά το δίκιο της σύγκρουσης.
Ο μισθωτός που βλέπει τον μισθό να τελειώνει πριν από τον μήνα.
Ο μικρομεσαίος που νιώθει ότι δουλεύει για να ταΐζει λογαριασμούς.
Ο νέος εργαζόμενος που βλέπει τις ευθύνες να ανεβαίνουν αλλά την ανταμοιβή να σέρνεται.
Ο οικογενειάρχης που πλέον υπολογίζει και το σάλιο του.
Όλοι αυτοί βλέπουν ταυτόχρονα τα ολιγοπώλια να οργώνουν την οικονομία, με κερδοφορίες που εκτοξεύονται ενώ οι ανεξάρτητες αρχές μοιάζουν περισσότερο διακοσμητικές παρά πραγματικοί θεσμικοί φραγμοί.
Οι σημερινές απεργίες παράγουν κοινωνική ταύτιση. Αρκετή για να αλλάξει ο τόνος της δημόσιας συζήτησης και να αρχίσει να μετρά πολιτικά.
Τώρα αρχίζουν τα δύσκολα. Η εξουσία παύει να έχει απέναντί της μόνο γιατρούς ή ταξί. Έχει κάτι πολύ πιο επικίνδυνο: την αίσθηση μιας κοινωνίας ότι τη στύβουν από παντού, τη δουλεύουν κατάμουτρα, και μετά ζητάνε υπομονή.
Το ερώτημα είναι αν η κυβέρνηση καταλαβαίνει ότι όταν ο πολίτης αρχίζει να μιλά με κατανόηση για τις απεργίες των άλλων, συνήθως έχει αρχίσει να νιώθει ότι μιλούν και για τον ίδιο.
CAPITAL

