Του Ευάγγελου Λιαμπότη
Σε μια εποχή όπου η δημόσια συζήτηση έχει μετατραπεί σε έναν ατελείωτο θόρυβο, υπάρχει ένα ερώτημα που αξίζει να τεθεί: έχει νόημα ο διάλογος όταν ο συνομιλητής αρνείται να ακούσει, να εξετάσει επιχειρήματα ή να αναλάβει την ευθύνη των πολιτικών επιλογών που στηρίζει;
Η απάντησή μου είναι ξεκάθαρη: όχι.
Ο διάλογος είναι θεμέλιο της Δημοκρατίας όταν διεξάγεται με ειλικρίνεια, σεβασμό και διάθεση αναζήτησης της αλήθειας. Όταν όμως περιορίζεται στην αναπαραγωγή κομματικών συνθημάτων και στην άκριτη υπεράσπιση κάθε κυβερνητικής επιλογής, παύει να είναι διάλογος και μετατρέπεται σε άσκηση προπαγάνδας.
Η Ελλάδα βρίσκεται αντιμέτωπη με σοβαρά προβλήματα. Το υψηλό κόστος ζωής πιέζει τα νοικοκυριά. Η στεγαστική κρίση δυσκολεύει τους νέους. Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις αγωνίζονται να επιβιώσουν. Οι πολίτες αισθάνονται ότι η φορολογική επιβάρυνση και οι οικονομικές υποχρεώσεις αυξάνονται συνεχώς, ενώ η εμπιστοσύνη προς τους θεσμούς δοκιμάζεται.
Παράλληλα, ζητήματα εξωτερικής πολιτικής, άμυνας, μεταναστευτικής πολιτικής και εθνικής στρατηγικής προκαλούν έντονες πολιτικές αντιπαραθέσεις. Σε όλα αυτά είναι απολύτως θεμιτό να υπάρχουν διαφορετικές προσεγγίσεις. Εκείνο που δεν βοηθά είναι η δαιμονοποίηση κάθε διαφορετικής άποψης ή η απαξίωση κάθε προβληματισμού.
Για όσους αναζητούν συγκεκριμένες προτάσεις και όχι μόνο συνθήματα, υπάρχουν πολιτικοί φορείς που έχουν δημοσιοποιήσει ολοκληρωμένα προγράμματα και ζητούν να κριθούν πάνω σε αυτά. Η ουσιαστική πολιτική αντιπαράθεση δεν πρέπει να γίνεται με χαρακτηρισμούς, αλλά με σύγκριση προγραμμάτων, στοιχείων και αποτελεσμάτων.
Προσωπικά, επιλέγω να αφιερώνω τον χρόνο μου σε συζητήσεις με ανθρώπους που, ακόμη κι αν διαφωνούν, επιχειρηματολογούν με σεβασμό και τεκμηρίωση. Δεν θεωρώ ότι κάθε αντιπαράθεση αξίζει τον κόπο. Ο δημόσιος διάλογος αποκτά αξία μόνο όταν υπάρχει κοινή διάθεση για αναζήτηση λύσεων και όχι απλώς για επιβεβαίωση κομματικών βεβαιοτήτων.
Η Δημοκρατία δεν απαιτεί να συμφωνούμε όλοι. Απαιτεί όμως να μπορούμε να κρίνουμε, να συγκρίνουμε και να λογοδοτούμε για τις επιλογές μας.
Οι πολίτες έχουν σήμερα περισσότερο από ποτέ τη δυνατότητα να ενημερωθούν, να μελετήσουν τα προγράμματα των κομμάτων, να αξιολογήσουν το έργο όσων κυβέρνησαν και να αποφασίσουν ελεύθερα.
Η τελική κρίση ανήκει πάντα στον ελληνικό λαό. Και αυτή η κρίση είναι που, σε κάθε εκλογική αναμέτρηση, καθορίζει το μέλλον της χώρας.

