Όταν η Ευρωπαία Εισαγγελέας λέει τα αυτονόητα για διαφθορά και ατιμωρησία, το ελληνικό πολιτικό σύστημα παθαίνει… θεσμικό ίλιγγο
Ήρθε η Λάουρα Κοβέσι στην Ελλάδα και είπε κάτι που σε οποιοδήποτε κανονικό κράτος θα θεωρούνταν αυτονόητο: ότι η διαφθορά, η κατάχρηση εξουσίας, η απάτη και η αθέμιτη επιρροή είναι εγκλήματα. Όχι «πολιτική κουλτούρα». Όχι «εξυπηρέτηση». Όχι «έτσι γίνονται τα πράγματα». Εγκλήματα.
Και τότε ξεκίνησε το ελληνικό θαύμα. Αντί το πολιτικό σύστημα να αναρωτηθεί γιατί μια Ευρωπαία Εισαγγελέας περιγράφει την Ελλάδα ως χώρα ατιμωρησίας, κάποιοι έσπευσαν να της κάνουν μάθημα Δημοκρατίας, Θεσμών και Μοντεσκιέ. Δηλαδή ξέρει η Κοβέσι και δεν ξέρουν ο Άδωνις και η Βούλτεψη;
1. Η Κοβέσι είπε το απλό: το ρουσφέτι δεν είναι επάγγελμα
Η Ευρωπαία Εισαγγελέας, μιλώντας στους Δελφούς, δεν έκανε ιδεολογική παρέμβαση. Δεν έκανε αντιπολίτευση. Δεν ήρθε για να «πλήξει την κυβέρνηση», όπως βολεύει το γνωστό αφήγημα.
Είπε κάτι απλό: ότι κανείς δεν μπορεί να την πείσει πως η διαφθορά, η κατάχρηση εξουσίας και η απάτη είναι μέσα στο job description ενός πολιτικού.
Και εδώ αρχίζει το πρόβλημα.
Διότι στην Ελλάδα, για δεκαετίες, ένα κομμάτι του πολιτικού συστήματος έχει εκπαιδεύσει την κοινωνία να θεωρεί το ρουσφέτι περίπου φυσικό φαινόμενο. Σαν τη βροχή. Σαν τον καύσωνα. Σαν την ουρά στην Εφορία.
«Έτσι γίνονται τα πράγματα».
Μόνο που αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα. Όταν το «έτσι γίνονται» γίνεται άλλοθι, τότε η Δημοκρατία παύει να είναι κράτος δικαίου και γίνεται μηχανισμός εξυπηρετήσεων.
2. Από τον Μοντεσκιέ στον Τσαουσέσκου: όταν τελειώνουν τα επιχειρήματα
Η Σοφία Βούλτεψη επέλεξε να απαντήσει στην Κοβέσι με μια ιστορικοπολιτική ακροβασία, βάζοντας στο ίδιο κάδρο τον Μοντεσκιέ, τον Τσαουσέσκου και την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία.
Το επιχείρημα, περίπου, ήταν ότι θα προτιμούσε έναν εισαγγελέα από τη Γαλλία, που «ξέρει τον Μοντεσκιέ», αντί για την Κοβέσι, που έρχεται από τη Ρουμανία.
Εδώ δεν έχουμε απάντηση. Έχουμε σύμπτωμα.
Όταν δεν μπορείς να απαντήσεις στην ουσία, επιτίθεσαι στην προέλευση. Όταν δεν μπορείς να συζητήσεις για τη διαφθορά, μιλάς για τον Τσαουσέσκου. Όταν δεν μπορείς να υπερασπιστείς το σύστημα, παρουσιάζεις την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ως ξένη απειλή.
Μόνο που η Κοβέσι δεν ήρθε ως πολιτικός αντίπαλος. Ήρθε ως θεσμικό πρόσωπο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Και αυτό είναι που πονάει περισσότερο.
Γιατί άλλο πράγμα είναι να σε κατηγορεί η αντιπολίτευση και άλλο να σε κοιτάζει ο ευρωπαϊκός θεσμός στα μάτια και να σου λέει: εδώ υπάρχει πρόβλημα.
3. Ο Άδωνις, το ρουσφέτι και η μεγάλη ελληνική παραδοχή
Ο Άδωνις Γεωργιάδης, το τελευταίο διάστημα, έχει αναλάβει σχεδόν τον ρόλο θεωρητικού του ρουσφετιού. Με το γνωστό του ύφος, έθεσε το ερώτημα αν το ρουσφέτι είναι κατ’ ανάγκη παράνομο και αν πρέπει να έχει ποινικές κυρώσεις, λέγοντας ότι είναι μέρος της πολιτικής κουλτούρας και δεν είναι πάντα αρνητικό.
Εκεί βρίσκεται όλη η ουσία.
Διότι η Κοβέσι δεν είπε ότι κάθε επαφή πολίτη με πολιτικό είναι έγκλημα. Δεν είπε ότι ένας βουλευτής δεν πρέπει να ακούει τους πολίτες. Δεν είπε ότι η εκπροσώπηση είναι ποινικό αδίκημα.
Είπε ότι η κατάχρηση εξουσίας, η απάτη, η αθέμιτη επιρροή και η διαφθορά είναι εγκλήματα.
Αν λοιπόν κάποιοι ακούνε τη λέξη «διαφθορά» και απαντούν με τη λέξη «ρουσφέτι», τότε το πρόβλημα δεν το έχει η Κοβέσι. Το έχει το σύστημα που τα έχει μπερδέψει τόσο πολύ, ώστε δεν ξέρει πού τελειώνει η πολιτική διαμεσολάβηση και πού αρχίζει η συναλλαγή.
Το ελληνικό σύστημα ενοχλείται όταν του λένε το όνομά του
Η επίθεση στην Κοβέσι δεν είναι τυχαία. Είναι αμυντικό αντανακλαστικό.
Ένα σύστημα που έχει μάθει να λύνει τα πάντα εσωτερικά, να θάβει υποθέσεις σε επιτροπές, να τις ξεπλένει με επικοινωνία, να τις σπρώχνει στο αρχείο ή στο «δεν ήξερα», δυσκολεύεται όταν εμφανίζεται ένας θεσμός που δεν παίζει με τους ίδιους κανόνες.
Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία δεν έχει ανάγκη να κερδίσει στα πάνελ. Δεν χρειάζεται να αρέσει σε υπουργούς. Δεν εξαρτάται από δελτία ειδήσεων. Δεν ψηφίζεται σε περιφέρειες. Δεν μοιράζει υποσχέσεις.
Και αυτό είναι το πιο ενοχλητικό.
Όχι ότι είπε κάτι ακραίο. Αλλά ότι είπε κάτι απλό, καθαρό και δύσκολο να αντικρουστεί: πως η διαφθορά δεν είναι πολιτική παράδοση. Είναι ποινικό πρόβλημα.
Τελικά, το ερώτημα δεν είναι αν η Κοβέσι ξέρει καλύτερα από τον Άδωνι και τη Βούλτεψη.
Το ερώτημα είναι άλλο:
Γιατί στην Ελλάδα του 2026 χρειάζεται να έρθει μια Ευρωπαία Εισαγγελέας για να μας θυμίσει ότι η απάτη είναι απάτη, η κατάχρηση είναι κατάχρηση και το ρουσφέτι δεν μπορεί να βαφτίζεται «πολιτική κουλτούρα»;
Και η απάντηση είναι σκληρή.
Γιατί εδώ, πολλές φορές, το πρόβλημα δεν είναι ότι δεν ξέρουν.
Είναι ότι ξέρουν πάρα πολύ καλά.

