Σε μια εκτενή συζήτηση για τα εμβόλια, την πανδημία, τη φιλοσοφία και τη Δημοκρατία, ο καθηγητής Φαρμακολογίας θέτει στο επίκεντρο τα όρια της επιστημονικής αυθεντίας και την ανάγκη λογοδοσίας της πολιτικής εξουσίας
Μια συζήτηση που ξεπερνά τα στενά όρια της Ιατρικής και αγγίζει την πολιτική, τη φιλοσοφία, την ατομική ελευθερία και τη λειτουργία της Δημοκρατίας παραχώρησε ο καθηγητής Φαρμακολογίας και Κλινικής Φαρμακολογίας Δημήτρης Κούβελας στο podcast Seeker’s Diary.
Στο επίκεντρο βρέθηκαν η διαχείριση της πανδημίας, τα εμβόλια, η αξιοπιστία των θεσμών, η χρήση της επιστημονικής γνώσης από τις κυβερνήσεις, αλλά και το βαθύ ρήγμα εμπιστοσύνης που δημιουργήθηκε ανάμεσα στους πολίτες, στην πολιτική εξουσία και στην επιστημονική κοινότητα.
Η συζήτηση επαναφέρει ένα κρίσιμο ερώτημα που εξακολουθεί να παραμένει ανοιχτό: Τι συμβαίνει όταν η επιστήμη παύει να λειτουργεί ως πεδίο ελεύθερης έρευνας, αμφισβήτησης και διαρκούς ελέγχου και μετατρέπεται σε εργαλείο επιβολής πολιτικών αποφάσεων;
Η επιστήμη δεν είναι δόγμα
Η επιστήμη δεν αποτελεί ένα αμετάβλητο σύνολο βεβαιοτήτων. Δεν λειτουργεί με εντολές, συνθήματα ή απαγορεύσεις. Βασίζεται στην παρατήρηση, στην έρευνα, στη σύγκριση των δεδομένων, στην αμφισβήτηση και στην αναθεώρηση των συμπερασμάτων όταν εμφανίζονται νέα στοιχεία.
Η ίδια η επιστημονική μέθοδος απαιτεί ερωτήματα. Απαιτεί αντίλογο. Απαιτεί τη δυνατότητα ενός επιστήμονα να αμφισβητεί την επικρατούσα άποψη, χωρίς να στιγματίζεται, να φιμώνεται ή να απομακρύνεται από τον δημόσιο διάλογο.
Η αλλαγή μιας επιστημονικής εκτίμησης δεν αποτελεί κατ’ ανάγκη απόδειξη αποτυχίας. Αντίθετα, μπορεί να αποδεικνύει ότι η επιστήμη λειτουργεί, ελέγχει τις προηγούμενες παραδοχές της και προσαρμόζεται στα νέα δεδομένα.
Το πρόβλημα αρχίζει όταν οι πολιτικές αποφάσεις παρουσιάζονται ως αδιαμφισβήτητες επιστημονικές αλήθειες. Όταν η κυβέρνηση επικαλείται τους ειδικούς για να αποφύγει τη δική της πολιτική ευθύνη. Και όταν κάθε αντίθετη άποψη αντιμετωπίζεται όχι με επιχειρήματα, αλλά με χαρακτηρισμούς.
Η πανδημία και η μεγάλη κοινωνική σύγκρουση
Η περίοδος της πανδημίας αποτέλεσε μια πρωτόγνωρη δοκιμασία για την κοινωνία, τα συστήματα υγείας, την οικονομία και τους δημοκρατικούς θεσμούς.
Οι κυβερνήσεις κλήθηκαν να λάβουν δύσκολες αποφάσεις μέσα σε συνθήκες αβεβαιότητας. Επιβλήθηκαν περιοριστικά μέτρα, αναστολές εργασίας, αποκλεισμοί από κοινωνικές δραστηριότητες και υποχρεώσεις που επηρέασαν άμεσα την καθημερινότητα εκατομμυρίων ανθρώπων.
Ωστόσο, μαζί με την υγειονομική κρίση δημιουργήθηκε και μια βαθιά κοινωνική πόλωση.
Οι πολίτες χωρίστηκαν σε στρατόπεδα. Από τη μία πλευρά βρίσκονταν όσοι θεωρούσαν τα μέτρα και τους εμβολιασμούς αναγκαία μέσα προστασίας της δημόσιας υγείας. Από την άλλη, πολίτες και επιστήμονες που εξέφραζαν ερωτήματα για την αναλογικότητα των περιορισμών, την ασφάλεια, την αποτελεσματικότητα, την υποχρεωτικότητα και την πληρότητα της ενημέρωσης.
Αντί όμως να επιδιωχθεί ένας ψύχραιμος και τεκμηριωμένος διάλογος, η αντιπαράθεση μετατράπηκε πολλές φορές σε πολιτική και κοινωνική σύγκρουση.
Η αμφιβολία παρουσιάστηκε ως άγνοια. Η κριτική ως ανευθυνότητα. Η διαφορετική επιστημονική εκτίμηση ως απειλή για τη δημόσια υγεία.
Και κάπου εκεί, η εμπιστοσύνη άρχισε να καταρρέει.
Η εμπιστοσύνη δεν επιβάλλεται
Η εμπιστοσύνη των πολιτών προς την επιστήμη και το κράτος δεν μπορεί να επιβληθεί με πρόστιμα, απειλές, κοινωνικό αποκλεισμό ή διοικητικές κυρώσεις.
Οικοδομείται με διαφάνεια.
Οικοδομείται όταν οι αρχές δημοσιοποιούν όλα τα διαθέσιμα στοιχεία. Όταν αναγνωρίζουν τις αβεβαιότητες. Όταν εξηγούν με σαφήνεια τι γνωρίζουν, τι δεν γνωρίζουν και τι παραμένει υπό διερεύνηση.
Η εμπιστοσύνη ενισχύεται όταν οι πολίτες αισθάνονται ότι ενημερώνονται και δεν χειραγωγούνται. Όταν μπορούν να θέτουν ερωτήματα χωρίς να χαρακτηρίζονται αυτομάτως επικίνδυνοι, ακραίοι ή «αρνητές».
Σε μια δημοκρατική κοινωνία, η ενημερωμένη συναίνεση δεν μπορεί να αποτελεί τυπική διαδικασία. Προϋποθέτει πλήρη πληροφόρηση για τα οφέλη, τους πιθανούς κινδύνους, τις εναλλακτικές επιλογές και τα όρια της υπάρχουσας γνώσης.
Η πίεση μπορεί να οδηγήσει σε προσωρινή συμμόρφωση. Δεν δημιουργεί, όμως, πραγματική εμπιστοσύνη.
Τα εμβόλια μέσα από επιστημονικά δεδομένα
Η συζήτηση για τα εμβόλια εξακολουθεί να προκαλεί ένταση, ακόμη και χρόνια μετά την κορύφωση της πανδημίας.
Το ζήτημα, ωστόσο, δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ούτε με φανατισμό ούτε με γενικεύσεις. Κάθε φαρμακευτικό προϊόν και κάθε εμβόλιο πρέπει να αξιολογείται με βάση συγκεκριμένα επιστημονικά δεδομένα, την ηλικία, το ιατρικό ιστορικό, τις πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες, την αποτελεσματικότητα και το ισοζύγιο οφέλους και κινδύνου.
Η Ιατρική δεν λειτουργεί με απόλυτες απαντήσεις που ισχύουν με τον ίδιο τρόπο για κάθε άνθρωπο. Ο κάθε ασθενής έχει διαφορετικό ιστορικό, διαφορετικούς παράγοντες κινδύνου και διαφορετικές ανάγκες.
Γι’ αυτό και η οποιαδήποτε ιατρική πράξη οφείλει να πραγματοποιείται με εξατομικευμένη αξιολόγηση και ελεύθερη συναίνεση.
Το ίδιο αυστηρός πρέπει να είναι ο έλεγχος απέναντι σε όλους τους ισχυρισμούς, είτε αυτοί προέρχονται από κυβερνήσεις και φαρμακευτικές εταιρείες είτε από πολιτικούς, επιστήμονες, μέσα ενημέρωσης ή χρήστες των κοινωνικών δικτύων.
Η επιστήμη δεν κρίνεται από την ένταση της φωνής ούτε από την πολιτική ταυτότητα του ομιλητή. Κρίνεται από τα στοιχεία, τη μεθοδολογία, τη δυνατότητα επαλήθευσης και τον ανοιχτό έλεγχο.
Όταν η πολιτική κρύβεται πίσω από τους ειδικούς
Η πολιτική εξουσία χρειάζεται την επιστημονική γνώση για να λάβει αποφάσεις. Οι επιστήμονες μπορούν να αξιολογήσουν δεδομένα, να καταθέσουν εισηγήσεις, να παρουσιάσουν πιθανά σενάρια και να προειδοποιήσουν για κινδύνους.
Η τελική απόφαση, όμως, είναι πολιτική.
Μια κυβέρνηση δεν σταθμίζει μόνο υγειονομικούς δείκτες. Σταθμίζει οικονομικές, κοινωνικές, εκπαιδευτικές, ψυχολογικές και θεσμικές συνέπειες.
Επομένως, δεν μπορεί να παρουσιάζει κάθε επιλογή της ως μονόδρομο που «επέβαλε η επιστήμη». Οφείλει να αναλαμβάνει την ευθύνη για τις αποφάσεις της και να λογοδοτεί για τα αποτελέσματά τους.
Η φράση «ακολουθούμε τους ειδικούς» χρησιμοποιήθηκε πολλές φορές σαν πολιτική ασπίδα. Όμως οι επιστημονικές επιτροπές δεν εκλέγονται για να κυβερνούν. Συμβουλεύουν. Η κυβέρνηση αποφασίζει.
Όταν αυτή η διάκριση εξαφανίζεται, τότε η πολιτική εξουσία εμφανίζεται ως ουδέτερη και αλάνθαστη, ενώ η επιστήμη μετατρέπεται σε μηχανισμό νομιμοποίησης αποφάσεων.
Αυτό είναι επικίνδυνο τόσο για τη Δημοκρατία όσο και για την ίδια την επιστήμη.
Οι επιστήμονες πρέπει να μπορούν να διαφωνούν
Σε κάθε σοβαρό επιστημονικό ζήτημα υπάρχουν διαφορετικές προσεγγίσεις, ερμηνείες και εκτιμήσεις.
Η επιστημονική πρόοδος δεν προέκυψε ποτέ από την απαγόρευση της διαφωνίας. Προέκυψε από τη σύγκρουση ιδεών, την έρευνα και τη δυνατότητα αμφισβήτησης ακόμη και των πιο ισχυρών θεωριών.
Κατά τη διάρκεια της πανδημίας, όμως, δημιουργήθηκε σε πολλές περιπτώσεις η εικόνα μιας ενιαίας και αδιαίρετης «επιστημονικής άποψης». Όσοι επιστήμονες διαφοροποιούνταν από την κυρίαρχη γραμμή συχνά αντιμετωπίζονταν με καχυποψία ή αποκλείονταν από τα μεγάλα μέσα ενημέρωσης.
Η επιστήμη όμως δεν είναι ψηφοφορία τηλεοπτικών παραθύρων. Ούτε αποφασίζεται με βάση το ποιος διαθέτει περισσότερο χρόνο προβολής.
Η διαφορετική άποψη δεν είναι αυτομάτως σωστή. Είναι όμως απαραίτητο να ακούγεται, να ελέγχεται και να απαντάται με επιστημονικά επιχειρήματα.
Η φίμωση δεν αποδεικνύει ότι μια θέση είναι λανθασμένη. Αποδεικνύει ότι ο δημόσιος διάλογος είναι αδύναμος.
Η φιλοσοφική διάσταση της δημόσιας υγείας
Η διαχείριση μιας υγειονομικής κρίσης δεν αφορά μόνο αριθμούς, κρούσματα, νοσηλείες και επιδημιολογικά μοντέλα.
Αφορά και θεμελιώδη ηθικά και πολιτικά ερωτήματα.
Μέχρι ποιο σημείο μπορεί το κράτος να περιορίσει την ατομική ελευθερία για να προστατεύσει το κοινωνικό σύνολο;
Πότε ένας περιορισμός είναι αναγκαίος και πότε μετατρέπεται σε κατάχρηση εξουσίας;
Πώς προστατεύεται η ελεύθερη και ενημερωμένη συναίνεση;
Ποιος ελέγχει τις συμβάσεις, τα οικονομικά συμφέροντα και τις σχέσεις ανάμεσα στις κυβερνήσεις, στους επιστημονικούς φορείς και στις φαρμακευτικές εταιρείες;
Πώς διασφαλίζεται ότι τα προσωρινά μέτρα δεν θα μετατραπούν σε μόνιμα εργαλεία παρακολούθησης και ελέγχου;
Οι απαντήσεις δεν είναι απλές. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι τα ερωτήματα πρέπει να απαγορεύονται.
Σε μια Δημοκρατία, ακόμη και οι δυσκολότερες αποφάσεις πρέπει να εξηγούνται, να αιτιολογούνται, να ελέγχονται και να υπόκεινται σε λογοδοσία.
Η πολιτική διάσταση της παρέμβασης Κούβελα
Η δημόσια παρουσία του Δημήτρη Κούβελα δεν περιορίζεται πλέον μόνο στην επιστημονική αντιπαράθεση.
Η συμμετοχή του στην πολιτική ζωή προσδίδει στις παρεμβάσεις του ένα ευρύτερο περιεχόμενο. Η κριτική του απέναντι στη διαχείριση της πανδημίας και στον τρόπο λειτουργίας των θεσμών επιχειρεί να μετατραπεί σε πολιτική πρόταση.
Εδώ όμως αρχίζει και η ουσιαστική δοκιμασία.
Η καταγγελία είναι μόνο το πρώτο βήμα. Η πολιτική αξιοπιστία κρίνεται από τις συγκεκριμένες, εφαρμόσιμες και κοστολογημένες προτάσεις.
Πώς μπορεί να ενισχυθεί πραγματικά το Εθνικό Σύστημα Υγείας;
Πώς διασφαλίζεται η ανεξαρτησία των επιστημονικών επιτροπών;
Πώς ελέγχονται οι συμβάσεις του Δημοσίου με τις φαρμακευτικές εταιρείες;
Πώς προστατεύονται οι πολίτες χωρίς να παραβιάζονται θεμελιώδη δικαιώματα;
Πώς αντιμετωπίζεται η παραπληροφόρηση χωρίς να θεσμοθετείται λογοκρισία;
Από τις απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα θα κριθεί αν η επιστημονική κριτική μπορεί να μετατραπεί σε αξιόπιστη πολιτική πρόταση.
Το τραύμα της πανδημίας παραμένει ανοιχτό
Η πανδημία δεν άφησε πίσω της μόνο νεκρούς, ασθενείς και οικονομικές απώλειες.
Άφησε φόβο. Άφησε θυμό. Άφησε οικογένειες και φιλίες διχασμένες. Άφησε εργαζομένους αντιμέτωπους με αναστολές, επαγγελματική ανασφάλεια και κοινωνική απομόνωση.
Άφησε επίσης ένα βαθύ έλλειμμα εμπιστοσύνης.
Πολλοί πολίτες αισθάνθηκαν ότι οι κυβερνήσεις δεν τους ενημέρωσαν με πληρότητα. Άλλοι θεώρησαν ότι τα μέσα ενημέρωσης λειτούργησαν περισσότερο ως μηχανισμός πειθάρχησης παρά ως πεδίο ελεύθερης ενημέρωσης.
Άλλοι πάλι αισθάνθηκαν ότι η επιστημονική κοινότητα εργαλειοποιήθηκε και ότι η πολιτική εξουσία επέλεγε κάθε φορά τις εισηγήσεις που εξυπηρετούσαν τις αποφάσεις της.
Αυτό το τραύμα δεν μπορεί να κλείσει με τη σιωπή. Ούτε με την άρνηση των λαθών.
Χρειάζεται θεσμικός απολογισμός. Χρειάζεται πρόσβαση στα στοιχεία. Χρειάζεται αξιολόγηση των μέτρων και των συνεπειών τους. Χρειάζεται να εξεταστεί τι λειτούργησε, τι απέτυχε και τι δεν πρέπει να επαναληφθεί.
Η επιστήμη χρειάζεται ελευθερία – Η πολιτική χρειάζεται λογοδοσία
Η συζήτηση με τον Δημήτρη Κούβελα υπενθυμίζει ότι η σχέση επιστήμης και πολιτικής είναι αναγκαία, αλλά ταυτόχρονα εξαιρετικά ευαίσθητη.
Η επιστήμη οφείλει να παραμένει ελεύθερη από πολιτικές πιέσεις, οικονομικά συμφέροντα και επικοινωνιακές σκοπιμότητες.
Η πολιτική οφείλει να αξιοποιεί την επιστημονική γνώση, χωρίς να τη μετατρέπει σε άλλοθι και χωρίς να αποποιείται την ευθύνη των αποφάσεών της.
Οι επιστήμονες πρέπει να ελέγχονται ως προς τα δεδομένα και τις πιθανές συγκρούσεις συμφερόντων. Οι κυβερνήσεις πρέπει να λογοδοτούν για τις επιλογές τους. Τα μέσα ενημέρωσης πρέπει να παρουσιάζουν τον διάλογο χωρίς αποκλεισμούς και προκατασκευασμένες αλήθειες.
Και οι πολίτες πρέπει να έχουν πρόσβαση στην πληροφορία, ώστε να μπορούν να διαμορφώνουν τη δική τους κρίση.
Γιατί όταν η επιστήμη παρουσιάζεται ως απόλυτη και αλάνθαστη εξουσία, παύει να λειτουργεί ως επιστήμη.
Και όταν η πολιτική κρύβεται πίσω από την αυθεντία των ειδικών, παύει να λειτουργεί δημοκρατικά.
Η εμπιστοσύνη δεν κατακτάται με εντολές. Κατακτάται με αλήθεια, διαφάνεια, ελευθερία και λογοδοσία.
Και όταν αυτά απουσιάζουν, η εμπιστοσύνη καταρρέει.
Σημείωση: Οι ιατρικές και επιστημονικές θέσεις που παρουσιάζονται στη συνέντευξη εκφράζουν τον προσκεκλημένο. Για κάθε ζήτημα υγείας απαιτείται εξατομικευμένη ιατρική συμβουλή και αξιολόγηση βάσει των επίσημων επιστημονικών δεδομένων.

