Όταν ο πολίτης χάνει το σπίτι του για λίγες χιλιάδες ευρώ, τα κόμματα της εξουσίας εμφανίζουν τα δικά τους χρέη σαν λογιστική λεπτομέρεια
Υπάρχουν στιγμές που η πολιτική δεν αποκαλύπτεται από μια κρυφή συνομιλία, από ένα σκάνδαλο που ξεσπά ξαφνικά ή από μια δικαστική έρευνα. Αποκαλύπτεται από μια φράση. Από μια κυνική παραδοχή. Από έναν τόνο φωνής που λέει στον πολίτη, χωρίς ντροπή: «για εμάς ισχύουν άλλοι κανόνες».
Η παραδοχή του αντιπροέδρου της Νέας Δημοκρατίας, Άδωνι Γεωργιάδη, ότι τα χρέη της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ δεν μπορούν ποτέ να πληρωθούν, δεν είναι μια απλή πολιτική ατάκα. Είναι πολιτικό αυτογκόλ. Είναι ομολογία συστήματος. Είναι η στιγμή που πέφτει το προσωπείο της «δημοσιονομικής σοβαρότητας» και φαίνεται από πίσω η πραγματική αρχιτεκτονική της εξουσίας.
Για τους πολίτες υπάρχει Εφορία, τράπεζα, funds, πλειστηριασμός, κατάσχεση, ρύθμιση, απειλή, ταπείνωση.
Για τα κόμματα της εξουσίας υπάρχει χρόνος, ανοχή, μετάθεση, ανακεφαλαιοποίηση, πρόβλεψη, σιωπή.
Και κάπως έτσι, η Ελλάδα των «κανόνων» αποδεικνύεται ξανά Ελλάδα των εξαιρέσεων.
Ο πολίτης πληρώνει. Το κόμμα μεταθέτει
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ότι δύο κόμματα που κυβέρνησαν τη χώρα για δεκαετίες κουβαλούν τεράστια οικονομικά βάρη. Το πρόβλημα είναι ότι αυτά τα κόμματα ζητούν από την κοινωνία να αποδεχθεί ως φυσιολογικό κάτι που για οποιονδήποτε απλό πολίτη θα ήταν αδιανόητο.
Ένας επαγγελματίας που χρωστάει στην τράπεζα δεν μπορεί να πει: «δεν γίνεται να πληρώσω ποτέ, άρα ας το θεωρήσουμε λήξαν».
Μια οικογένεια που πνίγεται στα δάνεια δεν μπορεί να επικαλεστεί το πολιτικό της βάρος.
Ένας μικρομεσαίος δεν έχει κομματική ασυλία απέναντι στην πραγματικότητα.
Αντίθετα, καλείται να αποδείξει τα πάντα. Πόθεν έσχες. Πόθεν πληρώνεις. Πόθεν ζεις. Πόθεν χρωστάς. Πόθεν ανασαίνεις.
Και την ίδια στιγμή, τα κόμματα που ψήφιζαν μνημόνια, επέβαλλαν φόρους, χειροκροτούσαν δημοσιονομική πειθαρχία και μιλούσαν για «υπευθυνότητα», εμφανίζονται να λειτουργούν με χρέη που δεν μοιάζουν πλέον με υποχρεώσεις αλλά με μόνιμο πολιτικό καθεστώς.
Η πιο βαριά φράση: «έχουν συνυπολογιστεί»
Ακόμη πιο σοβαρή είναι η αναφορά ότι τα χρέη αυτά δεν αποτελούν πλέον πραγματικό πρόβλημα για τις τράπεζες, επειδή έχουν συνυπολογιστεί στις ανακεφαλαιοποιήσεις.
Εδώ το ζήτημα παύει να είναι απλώς κομματικό. Γίνεται θεσμικό. Γίνεται ηθικό. Γίνεται κοινωνικό.
Διότι οι ανακεφαλαιοποιήσεις δεν έγιναν σε κενό αέρος. Δεν ήταν αφηρημένη λογιστική άσκηση. Έγιναν μέσα σε μια χώρα που είχε γονατίσει. Σε μια κοινωνία που πλήρωσε φόρους, περικοπές, ανεργία, μειώσεις μισθών, μειώσεις συντάξεων, απώλεια περιουσιών, διάλυση μικρών επιχειρήσεων.
Αν, λοιπόν, τα κομματικά δάνεια ενσωματώθηκαν με οποιονδήποτε τρόπο στο μεγάλο κόστος διάσωσης του τραπεζικού συστήματος, τότε το πολιτικό ερώτημα είναι αμείλικτο:
Ποιος πλήρωσε τελικά τον λογαριασμό;
Ο πολίτης που έχασε το σπίτι του;
Ο συνταξιούχος που είδε τη σύνταξή του να κόβεται;
Ο νέος που έφυγε στο εξωτερικό;
Ο μικρομεσαίος που έκλεισε το μαγαζί του;
Ή τα κόμματα που συνέχισαν να κάνουν καμπάνιες, συνέδρια, αφίσες, σποτ και προεκλογικές φιέστες;
Προεκλογική χλιδή με χρέη στην πλάτη
Το πιο προκλητικό είναι η εικόνα. Από τη μία, χρέη που παρουσιάζονται ως μη αποπληρώσιμα. Από την άλλη, ακριβές προεκλογικές καμπάνιες, επικοινωνιακές μηχανές, ψηφιακές στρατηγικές, τηλεοπτική παρουσία, διαφήμιση, πολιτική παραγωγή υψηλού κόστους.
Για τον απλό πολίτη, το χρέος είναι ντροπή.
Για το κόμμα εξουσίας, είναι υποσημείωση.
Για τον πολίτη, το χρέος σημαίνει περιορισμός.
Για το κόμμα, δεν εμποδίζει ούτε την προπαγάνδα ούτε την πολιτική επίδειξη δύναμης.
Και αυτό είναι το πραγματικό σκάνδαλο. Όχι μόνο το ύψος των χρεών. Αλλά η απουσία ντροπής. Η αίσθηση ότι η πολιτική τάξη μπορεί να ζητά θυσίες από όλους, εκτός από τον εαυτό της.
Το ερώτημα δεν είναι λογιστικό. Είναι δημοκρατικό
Η χρηματοδότηση των κομμάτων δεν είναι ιδιωτική τους υπόθεση. Δεν αφορά μόνο τα ταμεία τους. Αφορά τη δημοκρατική ισότητα.
Όταν ένα κόμμα χρωστά εκατοντάδες εκατομμύρια και παρ’ όλα αυτά λειτουργεί σαν να μην συμβαίνει τίποτα, τότε δημιουργείται στρέβλωση. Όταν οι τράπεζες, το κράτος και το πολιτικό σύστημα συνυπάρχουν γύρω από τέτοιες οφειλές, τότε το ζήτημα δεν είναι απλώς οικονομικό. Είναι ζήτημα εξάρτησης. Ζήτημα διαφάνειας. Ζήτημα πολιτικής νομιμοποίησης.
Πώς μπορεί ένα κόμμα να μιλά για υπευθυνότητα όταν δεν μπορεί να διαχειριστεί τα δικά του οικονομικά;
Πώς μπορεί να νομοθετεί για τους οφειλέτες όταν το ίδιο εμφανίζεται ως μόνιμος οφειλέτης;
Πώς μπορεί να ζητά εμπιστοσύνη όταν το οικονομικό του αποτύπωμα μοιάζει με μνημείο ατιμωρησίας;
Στην Ελλάδα του 2026, ο πολίτης καλείται να πληρώνει μέχρι τελευταίου ευρώ. Το κράτος τον βρίσκει, η τράπεζα τον βρίσκει, η Εφορία τον βρίσκει, το fund τον βρίσκει.
Μόνο τα χρέη των κομμάτων της εξουσίας μοιάζουν να χάνονται μέσα σε λογιστικές προβλέψεις, ανακεφαλαιοποιήσεις και πολιτικές δικαιολογίες.
Αυτό δεν είναι οικονομική διαχείριση.
Είναι ταξική ασυλία με κομματική σφραγίδα.
Και όσο οι ίδιοι άνθρωποι που δεν μπορούν να πληρώσουν τα δικά τους χρέη ζητούν από την κοινωνία «σοβαρότητα», τόσο η απάντηση πρέπει να είναι μία:
Πρώτα πόθεν έσχες στα κόμματα.
Πρώτα λογαριασμός στην εξουσία.
Πρώτα ντροπή σε όσους έμαθαν να χρωστούν δημόσια και να κυβερνούν ιδιωτικά.

