Δεν υπάρχει πιο επικίνδυνο πράγμα σε μια δημοκρατία από την υποψία ότι οι κανόνες δεν είναι ίδιοι για όλους. Γιατί εκεί τελειώνει η εμπιστοσύνη. Και όταν τελειώνει η εμπιστοσύνη, τελειώνει και το “συμβόλαιο” της κοινωνίας με τους θεσμούς.
Σήμερα, ολοένα και περισσότεροι πολίτες δεν συζητούν πια για το τι λέει ο νόμος — αλλά για ποιον λέει ο νόμος.
Κι αυτό από μόνο του είναι κατηγορητήριο.
Υπάρχουν αποφάσεις και χειρισμοί που, ανεξάρτητα από τις νομικές λεπτομέρειες, αφήνουν ένα αίσθημα ασφυξίας:
ότι για συγκεκριμένους κύκλους ισχύος υπάρχει μαλακή γη, αναστολές, παραγραφές, «τυπικές» εκβάσεις.
Και για άλλους — για όσους δεν έχουν πλάτη — υπάρχει αυστηρότητα, “μηνύματα”, επίδειξη πυγμής.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο η κάθε υπόθεση ξεχωριστά. Είναι το μοτίβο που σχηματίζεται στη δημόσια συνείδηση:
ένα μοτίβο που μοιάζει να υπηρετεί την πολιτική ασφάλεια και όχι τη δικαστική ισορροπία.
Και μέσα σε αυτό το κλίμα, βλέπουμε τη γελοιοποίηση του πυρήνα της Δικαιοσύνης:
η κοινωνία βομβαρδίζεται από εικόνες “ασυλίας” για τους ισχυρούς και “υπερ-ευαισθησίας” για τους ενοχλητικούς.
Όχι επειδή έτσι είναι πάντα.
Αλλά επειδή έτσι φαίνεται πια — και στη Δημοκρατία η εικόνα της ισονομίας είναι σχεδόν τόσο κρίσιμη όσο και η ίδια η ισονομία.
Η Δικαιοσύνη δεν είναι επικοινωνιακή υπηρεσία.
Δεν είναι πολιτικό εργαλείο.
Δεν είναι “ασπίδα” καθεστώτος.
Είναι ο τελευταίος μηχανισμός που κρατά όρθια τη σχέση πολίτη–κράτους.
Όταν όμως η Δικαιοσύνη εμφανίζεται — δίκαια ή άδικα — ως ένας ακόμη μοχλός εξουσίας, τότε δεν μιλάμε για απλή θεσμική δυσλειτουργία. Μιλάμε για εκτροπή.
Γιατί μια χώρα δεν μπαίνει σε σκοτεινή περίοδο μόνο με καταστολή.
Μπαίνει όταν ο πολίτης πει:
«Δεν έχει νόημα. Εδώ δεν κρίνεται το δίκαιο. Κρίνεται η ισχύς».
Και τότε, όποιος πανηγυρίζει πως “καθάρισε” πολιτικά μέσω δικαστικών εικόνων, ας το θυμάται:
Δεν νίκησε.
Απλώς έκοψε άλλο ένα κομμάτι από το σχοινί που μας κρατά όλους μαζί.
Η Δημοκρατία δεν πεθαίνει με θόρυβο.
Πεθαίνει όταν η κοινωνία σταματήσει να πιστεύει ότι υπάρχει Δικαιοσύνη.

