Όταν οι βουλγαρικές κατοχικές δυνάμεις μάζεψαν τους άνδρες και ανάγκασαν τις οικογένειες να βλέπουν
Υπάρχουν ιστορίες που δεν γράφονται απλώς για να θυμόμαστε. Γράφονται για να μην επιτρέψουμε στη λήθη να γίνει δεύτερος θάνατος.
Μια τέτοια μαρτυρία επανέφερε ο Δημήτρης Κούβελας, μεταφέροντας τα λόγια της μητέρας του για την Κατοχή στο Δοξάτο Δράμας. Μια μνήμη φρίκης: οι βουλγαρικές κατοχικές δυνάμεις συγκέντρωσαν τους άνδρες, τους οδήγησαν προς εκτέλεση και ανάγκασαν τον υπόλοιπο πληθυσμό να παρακολουθήσει. Δεν ήταν απλώς μια πράξη πολέμου. Ήταν οργανωμένη τρομοκράτηση μιας κοινωνίας.
Το Δοξάτο δεν είναι ένας ακόμη τόπος στον χάρτη. Είναι Μαρτυρική Πόλη. Ένας τόπος που πλήρωσε ξανά και ξανά βαρύ φόρο αίματος στις βουλγαρικές κατοχές: το 1912-13, το 1916-18 και ξανά το 1941-44. Το Δημοτικό Μουσείο Καλαβρυτινού Ολοκαυτώματος καταγράφει ότι οι Βούλγαροι άφησαν ανεξίτηλα σημάδια στο Δοξάτο κατά τις τρεις αυτές περιόδους.
Η 29η Σεπτεμβρίου 1941
Η πιο αιματηρή σελίδα της Κατοχής στο Δοξάτο γράφτηκε στις 29 Σεπτεμβρίου 1941. Σύμφωνα με ιστορικές καταγραφές του Γενικού Λυκείου Δοξάτου, βουλγαρικός λόχος μπήκε στο χωριό και συγκέντρωσε άνδρες ηλικίας 17 έως 45 ετών, ενώ τα γυναικόπαιδα αφέθηκαν να επιστρέψουν στα σπίτια τους. Αργά το απόγευμα, οι άνδρες οδηγήθηκαν στη θέση Πευκάκια για εκτέλεση.
Το Δημοτικό Μουσείο Καλαβρυτινού Ολοκαυτώματος αναφέρει ότι την επομένη των γεγονότων της 28ης Σεπτεμβρίου, το Δοξάτο «πλήρωσε για άλλη μια φορά βαρύ φόρο αίματος» και ότι εκτελέστηκαν πάνω από 350 άτομα, ηλικίας 16 έως 50 ετών.
Η μαρτυρία της μητέρας που μεταφέρεται σήμερα δεν είναι απλώς οικογενειακή ανάμνηση. Είναι κομμάτι της συλλογικής μνήμης. Είναι η φωνή εκείνων που είδαν τους πατεράδες, τους αδελφούς, τους γιους και τους γείτονες να οδηγούνται στον θάνατο.
Δεν ήταν αριθμοί. Ήταν άνθρωποι.
Πίσω από κάθε αριθμό υπήρχε ένα σπίτι. Ένα τραπέζι που έμεινε άδειο. Μια μάνα που δεν ξαναείδε το παιδί της. Μια γυναίκα που έμεινε χήρα. Ένα χωριό που ξύπνησε την επόμενη μέρα με λιγότερους άνδρες και περισσότερα μνήματα.
Η σφαγή της Δράμας και των γύρω περιοχών δεν περιορίστηκε στο Δοξάτο. Το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας, σε επίσημη αναφορά του για τις εκδηλώσεις μνήμης, σημειώνει ότι μέχρι τις 6 Οκτωβρίου 1941 είχαν εκτελεστεί 1.614 άνθρωποι σε 50 οικισμούς του Νομού Δράμας, με 350 εκτελέσεις στο Δοξάτο, 135 στη Χωριστή και 114 στα Κύργια.
Αυτή είναι η διάσταση του εγκλήματος: δεν ήταν «επεισόδιο». Ήταν μαζική βία κατοχής. Ήταν αντίποινα. Ήταν επιχείρηση φόβου πάνω σε άμαχο πληθυσμό.
Η μνήμη δεν είναι μίσος
Το Δοξάτο χαρακτηρίστηκε «Μαρτυρική Πόλη» και τιμήθηκε για τις θυσίες του. Σύμφωνα με το Δημοτικό Μουσείο Καλαβρυτινού Ολοκαυτώματος, για τα 1.124 αναφερόμενα θύματα κατά τις τρεις βουλγαρικές κατοχές, το Δοξάτο τιμήθηκε το 1945, το 1985 και το 1998, όταν χαρακτηρίστηκε με Προεδρικό Διάταγμα ως Μαρτυρική Πόλη.
Αλλά η μνήμη δεν πρέπει να γίνεται τυφλό μίσος. Πρέπει να γίνεται ιστορική επίγνωση. Να ξέρουμε τι συνέβη, ποιοι το υπέστησαν, ποιοι το διέπραξαν, ποιοι σώπασαν και ποιοι επιχείρησαν αργότερα να το θάψουν κάτω από την άμμο της λήθης.
Γιατί λαός χωρίς μνήμη είναι λαός ανοχύρωτος.
Η μητέρα που θυμάται το Δοξάτο δεν μιλά μόνο για το παρελθόν. Μιλά για το χρέος μας σήμερα.
Να μη γίνουν οι νεκροί υποσημείωση.
Να μη γίνει η σφαγή «παλιά ιστορία».
Να μη βαφτιστεί η λήθη συμφιλίωση.
Η συμφιλίωση χτίζεται πάνω στην αλήθεια. Όχι πάνω στη σιωπή. Και το Δοξάτο, με τους εκτελεσμένους του, με τις μανάδες του, με τις γυναίκες και τα παιδιά που εξαναγκάστηκαν να βλέπουν, δεν ζητά εκδίκηση.
Ζητά μνήμη.
Και η μνήμη, όταν είναι αληθινή, είναι δικαιοσύνη.

