Την ώρα που τα νοικοκυριά μετρούν ευρώ-ευρώ το καλάθι του σούπερ μάρκετ, η Διονυσία Αυγερινοπούλου εμφανίστηκε να περιγράφει μια Ελλάδα που πολλοί πολίτες απλώς δεν αναγνωρίζουν.
Υπάρχουν στιγμές που η πολιτική χάνει την επαφή της με την κοινωνία. Και υπάρχουν στιγμές που μοιάζει να την έχει χάσει τελείως.
Σύμφωνα με όσα ειπώθηκαν στον αέρα του Kontra, η Διονυσία Αυγερινοπούλου υποστήριξε ότι οι πολίτες, με αυτή την κυβέρνηση, «περνούν καλύτερα». Μια φράση που, για όσους ζουν την καθημερινότητα χωρίς προστατευτικά πολιτικά φίλτρα, ακούγεται σχεδόν προκλητική.
Γιατί καλύτερα δεν περνά ο πολίτης που φτάνει στο ταμείο του σούπερ μάρκετ και παθαίνει ίλιγγο.
Καλύτερα δεν περνά ο εργαζόμενος που βλέπει τον μισθό του να τελειώνει πριν τελειώσει ο μήνας.
Καλύτερα δεν περνά η οικογένεια που κόβει εξόδους, διακοπές, ακόμη και βασικές ανάγκες, για να βγει ο λογαριασμός.
Καλύτερα δεν περνά ο νέος που μετρά τον καφέ με το ευρώ, το ενοίκιο σαν δεύτερο μισθό και τη βενζίνη σαν είδος πολυτελείας.
Η Ελλάδα των δηλώσεων και η Ελλάδα του ταμείου
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο η φράση. Είναι η απόσταση.
Η απόσταση ανάμεσα στην Ελλάδα των κυβερνητικών δηλώσεων και στην Ελλάδα του ραφιού. Ανάμεσα στην εικόνα που παρουσιάζεται στα τηλεοπτικά πάνελ και στην πραγματικότητα που βιώνει ο πολίτης κάθε μέρα.
Στην πρώτη Ελλάδα όλα πάνε καλύτερα.
Στη δεύτερη, οι πολίτες κάνουν υπολογισμούς για το αν θα γεμίσουν το καλάθι ή το ρεζερβουάρ.
Στην πρώτη Ελλάδα η ακρίβεια αντιμετωπίζεται με επικοινωνιακές καμπάνιες.
Στη δεύτερη, η ακρίβεια είναι το μόνιμο άγχος πάνω στο τραπέζι της κουζίνας.
«Να την πάρουν τηλέφωνο»;
Το ακόμη πιο χαρακτηριστικό είναι το ύφος. Αν κάποιος διαφωνεί, να την πάρει τηλέφωνο.
Ίσως πράγματι χρειάζεται ένα τηλεφώνημα. Όχι όμως για πολιτική αντιπαράθεση. Για ξενάγηση στην πραγματικότητα.
Στο ταμείο του σούπερ μάρκετ.
Στον λογαριασμό του ρεύματος.
Στο ενοίκιο που καταπίνει μισθούς.
Στη βενζίνη που φλερτάρει με τα δύο ευρώ.
Στα σπίτια όπου οι άνθρωποι δεν συζητούν για «ανάπτυξη», αλλά για το πώς θα βγει η εβδομάδα.
Η αλαζονεία της άνεσης
Όταν ένας πολίτης δυσκολεύεται, μπορεί να αντέξει πολλά. Αυτό που δεν αντέχει είναι να του λένε ότι περνάει καλά.
Γιατί αυτό δεν είναι απλώς πολιτική εκτίμηση. Είναι προσβολή της καθημερινής του εμπειρίας.
Η κοινωνία δεν ζητά από τους πολιτικούς να κάνουν θαύματα. Ζητά, τουλάχιστον, να βλέπουν. Να ακούν. Να μη μιλούν σαν να ζουν σε άλλη χώρα.
Και όταν μια πολιτικός περιγράφει ως «καλύτερη» μια καθημερινότητα γεμάτη ακρίβεια, ανασφάλεια και οικονομική πίεση, τότε το ερώτημα δεν είναι αν έχει δίκιο.
Το ερώτημα είναι αν έχει βγει τελευταία φορά έξω χωρίς συνοδεία από αριθμούς, δελτία Τύπου και κομματικές βεβαιότητες.
Γιατί η πραγματική Ελλάδα δεν βρίσκεται στα πάνελ. Βρίσκεται στο ταμείο. Και εκεί, οι πολίτες δεν χαμογελούν. Μετράνε.

