Η παιδεία και η προσφορά έγιναν «ασύμφορες», η αρπαχτή βαφτίστηκε επιτυχία και ο πολίτης εκπαιδεύεται να μη ζητά δικαιοσύνη, αλλά μια θέση δίπλα στους βολεμένους
Πίσω από τους αριθμούς κρύβονται άνθρωποι.
Αυτό είναι που ξεχνά η εποχή μας.
Μετράμε ανάπτυξη, πλεονάσματα, κέρδη, αποδόσεις, τηλεθέαση, ακολούθους και τραπεζικούς λογαριασμούς. Μετράμε τα πάντα, εκτός από εκείνο που έχει πραγματική αξία: πόσοι άνθρωποι μπορούν ακόμη να ζουν με αξιοπρέπεια.
Η κοινωνία των ανθρώπων θα έπρεπε να είναι το ζητούμενο.
Αντί γι’ αυτήν, χτίστηκε μια κοινωνία αριθμών. Μια κοινωνία στην οποία ο άνθρωπος υπολογίζεται ως κόστος, η ανάγκη του ως βάρος και η αξιοπρέπειά του ως πολυτέλεια.
Μπορεί να έχουμε ηττηθεί.
Αλλά δεν θα πάψουμε να αγωνιζόμαστε.
Χάσαμε τα όπλα μας πριν χάσουμε τη μάχη
Τα ισχυρότερα όπλα μιας κοινωνίας δεν ήταν ποτέ οι φωνές, οι γνωριμίες και τα χρήματα.
Ήταν η παιδεία και ο πολιτισμός.
Αυτά χάθηκαν πρώτα στις μάχες. Όχι επειδή εξαφανίστηκαν τα σχολεία, τα πανεπιστήμια, τα βιβλία ή τα θέατρα, αλλά επειδή έπαψαν να αποτελούν κοινωνική προτεραιότητα. Η γνώση μετατράπηκε σε χαρτί, η μόρφωση σε επαγγελματικό προσόν και ο πολιτισμός σε εκδήλωση για φωτογραφίες.
Μαζί τους έφυγαν από το προσκήνιο οι αξίες, τα ιδανικά, η ευθύνη και η προσφορά.
Και κάπως έτσι φτάσαμε στο σημείο να λέει ο πατέρας στο παιδί του:
«Δεν με συμφέρει».
Δεν με συμφέρει να σπουδάσεις για να διδάξεις. Δεν με συμφέρει να υπηρετήσεις στο δημόσιο νοσοκομείο. Δεν με συμφέρει να δουλέψεις τίμια για έναν μισθό που δεν φτάνει ούτε μέχρι τα μέσα του μήνα.
Δεν είναι πάντοτε κυνισμός του γονιού.
Είναι ο φόβος του ανθρώπου που βλέπει ότι η κοινωνία τιμωρεί ακριβώς εκείνους τους δρόμους τους οποίους κάποτε αποκαλούσε λειτούργημα.
Ο σύγχρονος θεός έχει παιδιά και αποπαίδια
Μας χτυπούν αλύπητα οι λίγοι που διαθέτουν το χρήμα, την πρόσβαση και τη δύναμη.
Το χρήμα έγινε ο σύγχρονος θεός.
Ένας θεός που έχει μόνο δικά του παιδιά. Που μοιράζει ασφάλεια, ευκαιρίες και συγχωροχάρτια σε όσους βρίσκονται κοντά του, ενώ δοκιμάζει καθημερινά εκείνους που πραγματικά παράγουν τον πλούτο.
Τον εργαζόμενο.
Τον αγρότη.
Τον μικρομεσαίο.
Τον εκπαιδευτικό.
Τον νοσηλευτή.
Τον γιατρό του δημόσιου νοσοκομείου.
Αυτούς τους θέλει κουρασμένους, χρεωμένους και ευγνώμονες επειδή απλώς επιβιώνουν. Να μη σηκώνουν το κεφάλι. Να μη ρωτούν ποιος κερδίζει από τον κόπο τους. Να μην απαιτούν δικαιοσύνη, αλλά να παρακαλούν για μια μικρή εξαίρεση.
Κι όταν μια κοινωνία μάθει να παρακαλεί αντί να διεκδικεί, η εξουσία δεν χρειάζεται πλέον να την καταπιέζει.
Αυτοπειθαρχεί μόνη της.
Ο καινούργιος άνθρωπος δεν θέλει να αλλάξει το άδικο – Θέλει να βολευτεί μέσα του
Ο κόσμος μολύνεται και σαπίζει όχι μόνο από πάνω προς τα κάτω.
Σαπίζει και μέσα μας.
Γεννιέται ένας καινούργιος άνθρωπος, αγνώριστος. Ανεκτικός στη διαφθορά, συμφιλιωμένος με την παρακμή, υποταγμένος στο άδικο και έτοιμος να εξευτελιστεί με την ελπίδα ότι κάποια ημέρα θα γίνει κι αυτός «βολεμένος».
Δεν οργίζεται επειδή υπάρχει το ρουσφέτι.
Οργίζεται επειδή δεν έγινε για τον ίδιο.
Δεν πολεμά το προνόμιο.
Ψάχνει τον γνωστό που θα του το εξασφαλίσει.
Δεν απαιτεί να εφαρμοστεί ο νόμος για όλους.
Ζητά να βρεθεί τρόπος ώστε να εξαιρεθεί ο ίδιος.
Αυτή είναι η μεγαλύτερη νίκη του συστήματος: έπεισε τον αδικημένο ότι δεν πρέπει να γκρεμίσει την αδικία, αλλά να σκαρφαλώσει επάνω της.
Γιατί να γίνει η κόρη σου δασκάλα;
Γιατί να γίνει η κόρη σου δασκάλα, απαξιωμένη και με μισθό που δεν της επιτρέπει να νοικιάσει σπίτι στον τόπο όπου διορίστηκε;
Γιατί να γίνει νοσηλεύτρια, να κρατά ανθρώπους στη ζωή, να εργάζεται νύχτες, Κυριακές και γιορτές, όταν η Πολιτεία αντιμετωπίζει την εξάντλησή της σαν φυσικό φαινόμενο;
Γιατί να γίνει ο γιος σου γιατρός σε δημόσιο νοσοκομείο, να σπουδάζει μια ζωή και να εφημερεύει στα όρια της αντοχής του;
Γιατί να μην κυνηγήσει τη γρήγορη προβολή, το εύκολο χρήμα και τη θέση δίπλα σε κάποιον ισχυρό;
Γιατί να μη γίνει influencer και να μετατρέπει την ιδιωτική του ζωή σε προϊόν;
Γιατί να μη μάθει ότι η πρόσβαση σε πλούσιους και «βολεμένους» αξίζει περισσότερο από τη γνώση, την εργασία και την κοινωνική προσφορά;
Και γιατί να μη γίνει ο επόμενος «Φραπές» της επικαιρότητας; Να πίνει τις ρακές του με τα κονέ του και να προκαλεί ίλιγγο κάθε φορά που η δημόσια συζήτηση φτάνει στους λογαριασμούς, στις επιδοτήσεις και στις διαδρομές του χρήματος;
Το πρόβλημα δεν είναι ότι υπάρχουν νέες δουλειές, νέες πλατφόρμες και διαφορετικοί τρόποι ζωής.
Το πρόβλημα είναι ότι η κοινωνία έκανε την προσφορά ασύμφορη και την αρπαχτή ελκυστική. Ότι πληρώνει την επίδειξη καλύτερα από τη γνώση και συχνά ανταμείβει τη γνωριμία περισσότερο από την ικανότητα.
Και ύστερα αναρωτιέται γιατί τα παιδιά δεν έχουν «σωστά πρότυπα».
Ο τσοπάνης με τη Ferrari και το κοπάδι των κορόιδων
Κανένας πραγματικός κτηνοτρόφος στην Ελλάδα δεν φύλαξε πρόβατα με Ferrari.
Οι άνθρωποι της παραγωγής ξυπνούν πριν από τον ήλιο, παλεύουν με το κόστος, τις ζωοτροφές, τις ασθένειες, τη γραφειοκρατία και τις τιμές που άλλοι καθορίζουν για τον μόχθο τους.
Η Ferrari δεν είναι το πρότυπο του κτηνοτρόφου.
Είναι το πρότυπο του σύγχρονου «τσοπάνη» που δεν χρειάζεται καν να έχει πρόβατα. Αρκεί να βρει τον τρόπο να εμφανίζει κοπάδι, να αποκτήσει πρόσβαση στο σύστημα και να γνωρίζει ποιο χέρι πρέπει να σφίξει.
Τα πραγματικά πρόβατα, άλλωστε, μπορεί να είναι περιττά.
Το σύστημα χρειάζεται κυρίως κορόιδα.
Ανθρώπους που δουλεύουν, πληρώνουν και σιωπούν. Ανθρώπους που τρώνε τις σάρκες τους μεταξύ τους, ενώ εκείνοι που τους διαφεντεύουν μοιράζουν προνόμια και παρακολουθούν από ασφαλή απόσταση.
Έτσι χάθηκε η εμπιστοσύνη στον συνάνθρωπο και επικράτησε ο απάνθρωπος.
Όχι επειδή έγινε ξαφνικά παντοδύναμος.
Αλλά επειδή οι συνάνθρωποι έπαψαν να στέκονται ο ένας δίπλα στον άλλον.
Μπορεί να ηττηθήκαμε – Δεν παραδοθήκαμε
Ναι, μπορεί να βρισκόμαστε εκτός της «σύγχρονης πραγματικότητας».
Αν σύγχρονη πραγματικότητα σημαίνει να αποδέχεσαι τη διαφθορά ως εξυπνάδα, την υποταγή ως ρεαλισμό, το ξεπούλημα ως ευκαιρία και τον άνθρωπο ως αναλώσιμο αριθμό, τότε ας είμαστε εκτός.
Αν πρόοδος σημαίνει να μεγαλώνουμε παιδιά που δεν ονειρεύονται να δημιουργήσουν, αλλά να βολευτούν, τότε δεν τη θέλουμε αυτή την πρόοδο.
Μπορεί να χάσαμε μάχες.
Μπορεί να μας πήραν τα όπλα της παιδείας και του πολιτισμού.
Δεν μπορούν, όμως, να μας αφαιρέσουν και την απόφαση να ξανασταθούμε όρθιοι.
Γιατί πίσω από κάθε αριθμό υπάρχει ένας άνθρωπος.
Και όσο υπάρχει έστω ένας άνθρωπος που αρνείται να γίνει πελάτης, πρόβατο ή κορόιδο, η κοινωνία των ανθρώπων δεν έχει ακόμη τελειώσει.

