Μας ταΐζουν χρόνια τώρα ένα δήθεν «αιώνιο» μέτωπο: από τη μία ο «Ελληνισμός», από την άλλη ο Χριστιανισμός. Λες και πρόκειται για δύο στρατούς ξένους μεταξύ τους. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για εσωτερικό ελληνικό καβγά: σύγκρουση δύο θρησκευτικών παραδειγμάτων που έδρασαν στον ίδιο χώρο, στην ίδια γλώσσα, στο ίδιο πολιτισμικό σώμα. Και σήμερα, αυτός ο καβγάς ανακυκλώνεται όχι γιατί είναι ουσιαστικός, αλλά γιατί είναι χρήσιμος.
1) Η «αντιμαχία» δεν είναι πόλεμος πολιτισμών. Είναι εμφύλιος αφήγησης
Όσο κι αν κάποιοι επιμένουν να το ντύνουν με μεγάλα λόγια, δεν μιλάμε για «Ελλάδα εναντίον Χριστιανισμού». Μιλάμε για την αντιπαράθεση Ολύμπιας θρησκείας και Χριστιανικής πίστης μέσα στον ίδιο ιστορικό κορμό.
Ο Ελληνισμός δεν ήταν ποτέ μονολιθικό κατασκεύασμα. Είναι ροή, μετασχηματισμός, αφομοίωση, σύγκρουση και σύνθεση. Όποιος τον παρουσιάζει σαν «μουσειακό αντικείμενο» που κάποτε «καταστράφηκε» ή «προδόθηκε», κάνει προπαγάνδα, όχι ιστορία.
2) Το κλίμα το καλλιεργούν και οι «ιεροί» και οι «κοσμικοί»
Το πιο βολικό παιχνίδι είναι αυτό που παίζεται με τους ρόλους.
Από τη μία πλευρά, εκκλησιαστικοί κύκλοι αντιμετωπίζουν κάθε αναφορά στην αρχαιότητα σαν κρυφή απειλή:
σαν να αρκεί μία λέξη για τον Πλάτωνα ή για το αρχαίο δράμα για να «πέσει η πίστη». Αυτό δεν είναι πνευματικότητα. Είναι ανασφάλεια και έλεγχος.
Από την άλλη πλευρά, κοσμικοί χώροι –και αρκετοί «νεο-εθνικοθρησκευτικοί»– νοσταλγούν την Ολύμπια θρησκεία ως δήθεν «καθαρή» ταυτότητα:
ένας ρομαντικός αναβρασμός που πουλάει «επιστροφή στις ρίζες», αλλά συχνά καταλήγει σε μια φαντασιακή αρχαιότητα-σκηνικό, χωρίς βάθος και χωρίς πραγματική κατανόηση.
Και οι δύο πλευρές πετυχαίνουν τον ίδιο στόχο: να μετατοπίζουν τη συζήτηση από το ουσιώδες στο θεατρικό.
3) Το ουσιώδες που κάνουν πως δεν βλέπουν: η συνάντηση των δύο
Αντί να μιλάμε για τη συνάντηση –για το πώς ο ελληνικός κόσμος και η ελληνική γλώσσα έγιναν το εργαστήριο μέσα στο οποίο αρθρώθηκε θεολογικά ο Χριστιανισμός– επιμένουν να μας σερβίρουν «νίκη» και «ήττα».
Η αλήθεια είναι πιο ενοχλητική για τους φανατικούς:
- Χωρίς την ελληνική γλώσσα, τη λογική, την ερμηνευτική παράδοση και το φιλοσοφικό οπλοστάσιο, η διατύπωση της χριστιανικής θεολογίας δεν θα είχε το ίδιο ιστορικό αποτύπωμα.
- Και χωρίς την ηθική-κοινωνική μετατόπιση που έφερε ο Χριστιανισμός (ανθρώπινη αξία, κοινότητα, φιλανθρωπία, πρόσωπο), ο ελληνικός κόσμος δεν θα έμπαινε στον νέο ιστορικό κύκλο με τον τρόπο που μπήκε.
Αυτό δεν είναι «προδοσία». Είναι ιστορία. Και η ιστορία δεν ζητάει άδεια από τις ιδεοληψίες.
4) Γιατί ανακυκλώνεται το ψεύτικο δίλημμα;
Επειδή βολεύει.
- Βολεύει όσους θέλουν μια Εκκλησία φοβική, με αντανακλαστικά «εχθρού», για να συσπειρώνει και να πειθαρχεί.
- Βολεύει όσους θέλουν έναν «Ελληνισμό» ως πολεμικό σύνθημα, αποκομμένο από τη συνέχεια και την πραγματικότητα, για να πουλάνε ταυτότητα σε δόσεις.
- Βολεύει και τους πολιτικούς, που πάντα προτιμούν πολιτισμικούς καβγάδες από κοινωνικές συζητήσεις: γιατί η ακρίβεια, η φτώχεια, η παιδεία και η δικαιοσύνη δεν βολεύουν για θεάματα.
5) Το συμπέρασμα που δεν λένε δυνατά
Η υποτιθέμενη σύγκρουση «Ελληνισμού-Χριστιανισμού» είναι, συχνά, καπνός.
Ο πραγματικός πυρήνας είναι άλλος: αν θα μιλήσουμε ως ώριμη κοινωνία για τη συνέχεια, τις ασυνέχειες και τη σύνθεση που μας διαμόρφωσε, ή αν θα μείνουμε στα εύκολα στρατόπεδα για να νιώθουμε «καθαροί».
Ο Ελληνισμός δεν χρειάζεται ούτε μουσειακή λατρεία ούτε θρησκευτικό πανικό.
Χρειάζεται αυτογνωσία. Και αυτογνωσία χωρίς τη μεγάλη συνάντηση των δύο παραδειγμάτων δεν υπάρχει.

