Όταν ένα θέμα που αγγίζει τη γη, την ενέργεια, τις χρήσεις του τόπου και το μέλλον ολόκληρης της Βόρειας Εύβοιας περνά με κατεπείγουσα δια περιφοράς συνεδρίαση, δεν μιλάμε για διοίκηση. Μιλάμε για πολιτική μεθόδευση που αποφεύγει τον διάλογο, την έκθεση και τη λογοδοσία.
Η Δημοτική Αρχή Τσαπουρνιώτη εμφανίζει την υπόθεση ως «σωτηρία» για τον Δήμο και τα νοικοκυριά. Όμως από τα ίδια τα ερωτήματα που τέθηκαν δημόσια προκύπτει κάτι πολύ βαρύτερο: ένα νεφελώδες καταστατικό, αδιευκρίνιστες χρήσεις, ασαφείς εγγυήσεις, ανοιχτό πεδίο για φωτοβολταϊκά, αποθήκευση, βιομάζα και ενδεχομένως πολύ περισσότερα — όλα χωρίς ουσιαστική κοινωνική νομιμοποίηση.
Το «κατεπείγον» που βρωμάει προσχηματικότητα
Το πρώτο πολιτικό σκάνδαλο της υπόθεσης δεν είναι μόνο το περιεχόμενο. Είναι η διαδικασία. Ένα τόσο σοβαρό θέμα δεν ήρθε σε κανονική, ανοιχτή, ουσιαστική συνεδρίαση με ερωτήσεις, αντιρρήσεις, τοποθετήσεις και δημόσιο έλεγχο. Ήρθε δια περιφοράς. Δηλαδή όπως περνούν συνήθως πρόχειρα, βολικά και αθόρυβα όσα δεν αντέχουν το φως.
Και εδώ ακριβώς γεννιέται το μείζον πολιτικό ερώτημα: γιατί τέτοια πρεμούρα; Γιατί τέτοια βιασύνη; Γιατί τόση αγωνία να τελειώνει η υπόθεση πριν προλάβει να τη μάθει η κοινωνία;
Η επίκληση του κατεπείγοντος, όπως καταγγέλλεται, όχι μόνο δεν πείθει αλλά εκθέτει. Διότι όταν η ίδια η μετέπειτα πορεία του θέματος δείχνει ότι υπήρχε χρόνος, τότε η εξήγηση καταρρέει και μένει όρθια μόνο η υποψία: ότι κάποιοι ήθελαν τη συναίνεση των συμβούλων χωρίς τη δοκιμασία της συζήτησης. Χωρίς ενοχλητικές διευκρινίσεις. Χωρίς πολιτικό κόστος. Χωρίς πολίτες παρόντες.
Αυτό δεν είναι διοικητική επιτάχυνση. Είναι δημοκρατική συρρίκνωση.
«Μόνο φωτοβολταϊκά» στα λόγια – τα πάντα ανοιχτά στο καταστατικό
Το δεύτερο και ακόμη πιο επικίνδυνο σημείο είναι η απόσταση ανάμεσα στις καθησυχαστικές δηλώσεις και στο πραγματικό εύρος του καταστατικού. Δημόσια ακούστηκε η γραμμή: φωτοβολταϊκά σε «ανενεργά» ή «αχρησιμοποίητα» αγροτεμάχια, ενεργειακή ανακούφιση, κοινωνικό όφελος, στήριξη των αδύναμων.
Μόνο που, σύμφωνα με όσα τέθηκαν στο Περιφερειακό Συμβούλιο, το καταστατικό δεν φαίνεται να περιορίζεται εκεί. Αντίθετα, ανοίγει δυνατότητες για πολύ ευρύτερες ενεργειακές δραστηριότητες: αποθήκευση, βιομάζα, βιορευστά, διαχείριση πρώτης ύλης, ενδεχομένως ένα πλέγμα παρεμβάσεων που ουδεμία σχέση έχει με την εικόνα του «ήπιου» και «στοχευμένου» έργου που παρουσιάστηκε.
Εδώ τελειώνουν τα επικοινωνιακά χαμόγελα και αρχίζουν τα πραγματικά ερωτήματα. Ποιες ακριβώς εκτάσεις; Με ποιες χρήσεις; Με ποιες περιβαλλοντικές επιπτώσεις; Με ποια μεταγενέστερη διεύρυνση; Με ποια προστασία απέναντι στη μετατροπή μιας τοπικής δομής σε όχημα εισόδου μεγαλύτερων συμφερόντων;
Όταν λες «μην ανησυχείτε, είναι μόνο φωτοβολταϊκά», αλλά το θεσμικό πλαίσιο αφήνει ανοιχτό ολόκληρο ενεργειακό πεδίο, τότε δεν έχεις δώσει διαβεβαίωση. Έχεις ζητήσει λευκή επιταγή.
Το μεγάλο ψέμα της “λαϊκής αποδοχής” και το κρυφό ερώτημα: ποιος θα κερδίσει;
Η φράση ότι «το 95% της περιοχής το περιμένει πώς και πώς» δεν είναι πολιτικό επιχείρημα. Είναι αριθμητική αυθαιρεσία ντυμένη με αλαζονεία. Διότι κοινωνική αποδοχή χωρίς προηγούμενη ανοιχτή ενημέρωση, χωρίς τοπική διαβούλευση, χωρίς δεσμευτικά στοιχεία, χωρίς σαφή απάντηση για μπαταρίες, ΔΕΔΔΗΕ, χωρητικότητα δικτύου, όρους σύνδεσης και πραγματικό οικονομικό όφελος, απλώς δεν υφίσταται.
Και εδώ βρίσκεται ο πυρήνας της υπόθεσης: θα ωφεληθεί πράγματι ο δημότης ή θα χρησιμοποιηθεί ο Δήμος ως βιτρίνα μιας ενεργειακής μπίζνας που στο τέλος θα ευνοήσει μεγάλους παίκτες, αφήνοντας στην τοπική κοινωνία τα βάρη, τις δεσμεύσεις και την αλλοίωση του χώρου;
Τα ερωτήματα που τέθηκαν δημόσια ήταν συντριπτικά: υπάρχει όντως εξασφαλισμένος χώρος στο δίκτυο; Με ποιο έγγραφο; Με ποια προτεραιότητα; Ποιος εγγυάται ότι δεν θα απαιτηθούν συνοδευτικές εγκαταστάσεις αποθήκευσης; Ποιος εγγυάται ότι δεν θα ανοίξει παράθυρο για μεσαίες ή μεγαλύτερες επιχειρηματικές παρουσίες μέσα από το σχήμα; Ποιος εγγυάται ότι δεν θα επαναληφθεί το γνωστό κόλπο: μικρό σχήμα στην αρχή, μεγάλη εκμετάλλευση μετά;
Σε αυτά δεν αρκούν ούτε γενικόλογες διαβεβαιώσεις ούτε εύκολες επιθέσεις προς όσους διαφωνούν. Σε αυτά χρειάζονται χαρτιά, δεσμεύσεις, καθαροί όροι και δημόσιος έλεγχος. Και ακριβώς επειδή αυτά δεν φάνηκαν, η καχυποψία δεν είναι υπερβολή. Είναι πολιτική αυτοάμυνα της κοινωνίας.
Ας το πούμε καθαρά: όταν αποφάσεις για ΑΠΕ, μπαταρίες, βιομάζα, γη και χρήσεις του τόπου περνούν με διαδικασίες σκοτεινές, βιαστικές και θολές, δεν έχουμε «πράσινη μετάβαση». Έχουμε πράσινο περιτύλιγμα πάνω σε μια παλιά, φθαρμένη και βαθιά αντιδημοκρατική συνταγή: πρώτα αποφασίζουν λίγοι, μετά ενημερώνεται ο τόπος, και στο τέλος όποιος αντιδρά βαφτίζεται «αρνητής».
Μόνο που η Βόρεια Εύβοια έχει πληρώσει ακριβά αρκετές «σωτηρίες» που ήρθαν χωρίς τη γνώση της και χωρίς τη συναίνεσή της. Και αυτή τη φορά, το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν θα μπουν μόνο φωτοβολταϊκά. Είναι αν θα επιτραπεί ξανά να δεθεί το μέλλον ενός ολόκληρου τόπου πίσω από κλειστές γραμμές, θολά καταστατικά και πολιτικές κουβέντες του αέρα.

