Η Ελλάδα μπαίνει ξανά σε έναν μεγάλο κύκλο εξοπλιστικών δαπανών. Σύμφωνα με το Reuters, η αρμόδια επιτροπή της Βουλής ενέκρινε πακέτο ύψους έως 1,2 δισ. ευρώ, που περιλαμβάνει μεταγωγικά Embraer C-390, μίνι-υποβρύχια, drones, πυραύλους Hellfire και αναβάθμιση φρεγατών MEKO.
Η πρώτη ανάγνωση είναι εύκολη: η χώρα χρειάζεται ισχυρές Ένοπλες Δυνάμεις. Κανείς σοβαρός άνθρωπος δεν μπορεί να αγνοήσει τη γεωγραφία, την τουρκική απειλή, τις εξελίξεις στο Αιγαίο, την Ανατολική Μεσόγειο, τη Μέση Ανατολή και τον τρόπο με τον οποίο αλλάζει ο σύγχρονος πόλεμος.
Όμως υπάρχει και η δεύτερη ανάγνωση. Αυτή που δεν χωράει στις πανηγυρικές ανακοινώσεις.
Διότι όταν μιλάμε για 1,2 δισ. ευρώ, δεν μιλάμε για έναν απλό προϋπολογισμό. Μιλάμε για δημόσιο χρήμα. Για χρήμα των φορολογουμένων. Για χρήμα μιας κοινωνίας που πληρώνει πανάκριβα τρόφιμα, ενέργεια, ενοίκια, καύσιμα, φάρμακα και φόρους.
Άρα το ερώτημα δεν είναι αν πρέπει να ενισχυθεί η άμυνα.
Το ερώτημα είναι πώς, με ποιο σχέδιο, με ποιο κόστος, με ποια λογοδοσία και με ποιον έλεγχο.
Γιατί η Ελλάδα έχει πικρή εμπειρία από εξοπλισμούς. Έχει πληρώσει συστήματα που άργησαν, συστήματα που έμειναν χωρίς ανταλλακτικά, συστήματα που αγοράστηκαν χωρίς πλήρη υποστήριξη, συστήματα που έγιναν πολιτική βιτρίνα πριν γίνουν επιχειρησιακή δύναμη.
Και αυτό δεν πρέπει να ξανασυμβεί.
Τα Embraer C-390 μπορεί να είναι αναγκαία, αφού ο στόλος των μεταγωγικών έχει γεράσει. Τα drones είναι πλέον απαραίτητα, γιατί κανένα σύγχρονο αμυντικό δόγμα δεν μπορεί να σταθεί χωρίς επιτήρηση, πληροφορία και ταχεία αντίδραση. Τα μίνι-υποβρύχια δείχνουν έμφαση στις ειδικές επιχειρήσεις. Η αναβάθμιση των MEKO είναι καθυστερημένη εδώ και χρόνια.
Όλα αυτά, όμως, χρειάζονται μία απάντηση:
Υπάρχει ενιαίο αμυντικό σχέδιο ή απλώς ένας νέος κατάλογος αγορών;
Διότι άλλο πράγμα είναι η αποτρεπτική ισχύς και άλλο η επικοινωνιακή κατανάλωση. Άλλο πράγμα είναι ο σοβαρός εκσυγχρονισμός και άλλο οι φωτογραφίες, οι δηλώσεις και οι τίτλοι.
Η άμυνα δεν είναι πεδίο μικροπολιτικής. Δεν είναι χώρος για πανηγύρια. Δεν είναι χώρος για σιωπές. Και κυρίως δεν είναι χώρος για «λευκές επιταγές».
Η κυβέρνηση οφείλει να εξηγήσει καθαρά:
Ποιο είναι το ακριβές επιχειρησιακό όφελος κάθε αγοράς.
Ποιο είναι το συνολικό κόστος υποστήριξης σε βάθος χρόνου.
Ποια ελληνική προστιθέμενη αξία υπάρχει.
Ποια βιομηχανική συμμετοχή εξασφαλίζεται.
Ποιο είναι το χρονοδιάγραμμα παραδόσεων.
Ποιος θα ελέγχει την υλοποίηση.
Γιατί το πραγματικό κόστος ενός οπλικού συστήματος δεν είναι μόνο η αγορά του. Είναι η συντήρηση, τα ανταλλακτικά, η εκπαίδευση, οι υποδομές, η διαθεσιμότητα. Αν δεν υπάρχουν αυτά, τότε το ακριβό σύστημα γίνεται ακριβό πρόβλημα.
Η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια ούτε να μείνει αμυντικά πίσω ούτε να ξοδεύει χωρίς λογοδοσία. Χρειάζεται ισχυρή αποτροπή, αλλά χρειάζεται και σοβαρό κράτος. Χρειάζεται Ένοπλες Δυνάμεις με σύγχρονα μέσα, αλλά και κοινωνία που να νιώθει ότι τα χρήματά της πιάνουν τόπο.
Γιατί η άμυνα της χώρας δεν χτίζεται μόνο με αεροσκάφη, drones και πυραύλους. Χτίζεται και με εμπιστοσύνη.
Και η εμπιστοσύνη δεν αγοράζεται με δισεκατομμύρια.
Κερδίζεται με διαφάνεια.

