Με αφορμή τις συνεχείς επιθέσεις που δέχεται αυτός εδώ ο φτωχικός, προσωπικός λογαριασμός από κάθε λογής τρολ, δήθεν τιμητές, επαγγελματίες υβριστές και πληκτρολογιακούς πατριώτες, ένα έχω να πω:
Μην τα βάζετε μαζί μας.
Όλοι εμείς που έχουμε περάσει τα 60 και τα 70 δεν είμαστε απλώς «μια άλλη γενιά». Είμαστε η γενιά που πέρασε μέσα από δυσκολίες, φτώχεια, φόβο, κόπο, αγωνία και καθημερινή μάχη. Δεν μεγαλώσαμε με ευκολίες. Μεγαλώσαμε με ευθύνη.
Είμαστε επιζώντες.
Σκληροί σαν μπαγιάτικο ψωμί. Γρήγοροι σαν την παντόφλα της μάνας εκείνης της εποχής, που έφευγε από το χέρι με ακρίβεια λέιζερ.
Στα τέσσερα και στα πέντε μας καταλαβαίναμε τη διάθεση της μάνας από τον ήχο της πόρτας όταν έμπαινε στο σπίτι.
Στα επτά κρατούσαμε τα κλειδιά του σπιτιού και παίρναμε οδηγίες:
«Έχει φαγητό στο ντουλάπι. Ζέστανέ το αν θέλεις, αλλά πρόσεχε μην τα χύσεις όλα».
Στα εννιά μαγειρεύαμε μακαρονάδα για τα αδέρφια μας.
Στα δέκα ξέραμε να κλείνουμε το νερό, να ανάβουμε φωτιά, να προσέχουμε τα ζώα και να ξεφεύγουμε από τον άγριο σκύλο του γείτονα.
Ήμασταν όλη μέρα έξω. Χωρίς κινητό. Χωρίς GPS. Χωρίς «πού είσαι;» κάθε δέκα λεπτά. Το πρόγραμμά μας ήταν απλό: κρυφτό, χωράφι, ζώα, τρέξιμο, παιχνίδι και επιστροφή στο σπίτι με το σκοτάδι.
Τα γόνατά μας ήταν γεμάτα πληγές, γρατζουνιές και σημάδια. Κάθε σημάδι και μια ιστορία. Κάθε πληγή και ένα μάθημα.
Και όμως, επιβιώσαμε.
Οι γρατζουνιές γιατρεύονταν με σάλιο, με ένα φύλλο δέντρου ή με την κλασική απάντηση:
«Αν δεν έχει αίμα, δεν είναι τίποτα».
Τρώγαμε ψωμί με ζάχαρη. Ψωμί με λάδι. Πίναμε νερό από τη στέρνα. Ανοσία που σήμερα θα γινόταν επιστημονική μελέτη.
Αν είχες αλλεργίες, κανείς δεν έκανε συμβούλιο. Συνέχιζες.
Ξέραμε να βγάζουμε λεκέδες από χόρτα, σάλτσα, μελάνι και σκουριά από το μοναδικό καλό ρούχο που φορούσαμε. Γιατί τότε δεν έβγαινες έξω όπως κι όπως. Ούτε για παιχνίδι.
Ζήσαμε πράγματα που σήμερα μοιάζουν προϊστορικά.
Ραδιόφωνο με κουμπί.
Τηλεόραση ασπρόμαυρη.
Πικάπ και δίσκους βινυλίου.
Κασετόφωνο, walkman, CD.
Και τώρα βλέπουμε τους νέους να ακούν χιλιάδες τραγούδια από το κινητό, αλλά να νοσταλγούν τον ήχο της κασέτας που «έπαιρνε μπρος» με ένα στυλό.
Με το δίπλωμα οδήγησης στα χέρια, διασχίσαμε την Ελλάδα με ένα Datsun Cherry. Χωρίς κλιματιστικό. Χωρίς GPS. Χωρίς κρατήσεις σε ξενοδοχεία. Μόνο με έναν χάρτη της Shell, ένα τοστ τυλιγμένο σε αλουμινόχαρτο και πολλή υπομονή.
Και φτάναμε.
Χωρίς Google Translate. Με χαμόγελο, με νοήματα και με λίγες λέξεις.
Είμαστε η τελευταία γενιά που μεγάλωσε χωρίς ίντερνετ, χωρίς powerbank, χωρίς άγχος για μπαταρία στο 2%.
Θυμόμαστε το τηλέφωνο με το καντράν. Είχαμε ένα κανάλι στην τηλεόραση, μετά δύο, και δεν βαριόμασταν ποτέ. Ξεφυλλίσαμε τηλεφωνικούς καταλόγους. Και πολύ αργότερα, μια αναπάντητη σήμαινε απλώς: «Σε σκέφτηκα».
Έχουμε δει περισσότερα από όσα έχουν ανεβεί στο cloud.
Και στην τσέπη μας μπορεί ακόμη να βρεις μια καραμέλα μέντα, για ώρα ανάγκης.
Επιβιώσαμε από παιδική ηλικία χωρίς παιδικό κάθισμα, χωρίς κράνος, χωρίς αντηλιακό, χωρίς οδηγίες χρήσης για τα πάντα.
Περάσαμε σχολείο χωρίς υπολογιστή, χωρίς διαδραστικούς πίνακες, χωρίς tablets. Μόνο κιμωλία, πίνακας, τετράδιο και αυστηρό βλέμμα δασκάλου.
Ζήσαμε νιότη χωρίς social, χωρίς φίλτρα, χωρίς selfie, χωρίς να πρέπει να αποδείξουμε κάθε στιγμή ότι υπάρχουμε.
Δεν ψάχναμε τις απαντήσεις στο Google. Εμπιστευόμασταν το ένστικτό μας, τη μνήμη μας, την εμπειρία μας και τους ανθρώπους γύρω μας.
Και έχουμε περισσότερες αναμνήσεις από όσες φωτογραφίες χωράει οποιοδήποτε κινητό.
Και κάτι ακόμα.
Έχουμε ζήσει Παπαδόπουλο, Καραμανλή, Παπανδρέου, Σημίτη, ξανά Καραμανλή, Σαμαρά, Τσίπρα, Μητσοτάκη.
Και επιβιώσαμε.
Γι’ αυτό, πριν σηκώσετε το δάχτυλο, πριν ειρωνευτείτε, πριν βρίσετε πίσω από ένα ψεύτικο προφίλ, να θυμάστε κάτι:
Δεν είμαστε εύκολος στόχος.
Είμαστε η γενιά που άντεξε.
Η γενιά που δεν λύγισε.
Η γενιά που έμαθε να στέκεται όρθια χωρίς χειροκροτήματα, χωρίς likes και χωρίς προστατευτικά δίχτυα.
Να μας σέβεστε.
Γιατί είμαστε σκληρά καρύδια.
Και τα σκληρά καρύδια δεν σπάνε εύκολα.

