Πίσω από το «πράσινο» περιτύλιγμα για τα ταξί, η κυβέρνηση φέρνει ένα θολό νομοσχέδιο που αφήνει κρίσιμα ζητήματα ανοιχτά, παραδίδει την αγορά σε υπουργικές αποφάσεις και στρώνει τον δρόμο στους μεγάλους παίκτες.
Ο “Δούρειος Ίππος” της αγοράς
Η κυβέρνηση επιχειρεί να χρησιμοποιήσει την ηλεκτροκίνηση στα ταξί ως τον βολικό «Δούρειο Ίππο» για να αλλάξει βίαια τους όρους της αγοράς. Κανείς δεν αμφισβητεί ότι η τεχνολογική μετάβαση και η περιβαλλοντική προσαρμογή είναι αναγκαίες. Το ερώτημα όμως είναι άλλο: ποιος θα πληρώσει το κόστος και ποιος θα κερδίσει από το νέο μοντέλο. Γιατί σε νησιά όπως η Ρόδος, η Κως και συνολικά στη νησιωτική Ελλάδα, μια αγορά που ανοίγει χωρίς σαφείς όρους και χωρίς πραγματικές δικλείδες προστασίας, δεν οδηγεί σε εκσυγχρονισμό. Οδηγεί σε εκτοπισμό των σημερινών επαγγελματιών και σε συγκέντρωση ισχύος στα χέρια λίγων μεγάλων σχημάτων.
Από ελεύθεροι επαγγελματίες σε υπαλλήλους
Αυτός είναι ο πραγματικός φόβος που γεννά το νομοσχέδιο: ότι οι σημερινοί ιδιοκτήτες και επαγγελματίες ταξί θα πάψουν σταδιακά να είναι αφέντες της δουλειάς τους και θα μετατραπούν σε εξαρτημένους παρόχους ή και υπαλλήλους μέσα στην ίδια τους την αγορά. Και όλα αυτά βαφτίζονται «μεταρρύθμιση». Καλή η ηλεκτροκίνηση στα λόγια, αλλά όταν ακόμη και στο ίδιο το κέντρο του κράτους, μέσα στη Βουλή, από τους πέντε φορτιστές λειτουργούν μόλις οι τρεις, η κυβερνητική αφήγηση καταρρέει από την πρώτη επαφή με την πραγματικότητα. Δεν γίνεται να ζητάς από έναν κλάδο να κάνει άλμα στο αύριο, όταν το κράτος σέρνεται ακόμη στις υποδομές του σήμερα.
Νομοθέτηση στο σκοτάδι
Το πιο ανησυχητικό, όμως, δεν είναι μόνο η κατεύθυνση του νομοσχεδίου. Είναι και ο τρόπος. Η Βουλή καλείται να ψηφίσει ένα ασαφές και αποσπασματικό πλαίσιο, ενώ κρίσιμα ζητήματα της αγοράς — ο ελάχιστος χρόνος μίσθωσης, το ελάχιστο μίσθωμα, η προκράτηση — παραπέμπονται για αργότερα σε υπουργικές αποφάσεις. Αυτό δεν είναι σοβαρή νομοθέτηση. Είναι πολιτική υπεκφυγή. Είναι η γνωστή πρακτική να ζητείται λευκή επιταγή από το Κοινοβούλιο και τα πραγματικά επίμαχα σημεία να μεταφέρονται στο παρασκήνιο της διοίκησης. Και το ακόμη χειρότερο: όλα αυτά δεν εντάσσονται σε κανένα συνολικό στρατηγικό σχέδιο για το οδικό δίκτυο, τις συγκοινωνίες, τη νησιωτικότητα και τις μεταφορές της χώρας. Άλλο ένα νομοσχέδιο χωρίς συνοχή, χωρίς μελέτη, χωρίς εθνική κατεύθυνση.
Όταν η κυβέρνηση βαφτίζει την προχειρότητα «μεταρρύθμιση», την απορρύθμιση «πρόοδο» και την παράδοση της αγοράς στους ισχυρούς «εκσυγχρονισμό», τότε δεν νομοθετεί για το δημόσιο συμφέρον. Νομοθετεί για να αλλάξει χέρια η πίτα — και να μείνει ο επαγγελματίας ταξιτζής θεατής στην ίδια του τη διαδρομή.

