Ανάμεσα στον πραγματικό κίνδυνο του ιρανικού οπλοστασίου και στη βιομηχανία τρόμου που μετατρέπει την ανάλυση σε εργαλείο χειραγώγησης, η δημοσιογραφία οφείλει να κρατήσει το πιο δύσκολο μέτωπο: τη διάκριση ανάμεσα στο γεγονός και στην υστερία.
Η δημόσια συζήτηση για το ιρανικό οπλοστάσιο έχει μπει πια σε μια ζώνη επικίνδυνης σύγχυσης. Από τη μία πλευρά, υπάρχει ένας πραγματικός, μετρήσιμος και σοβαρός στρατιωτικός παράγοντας: το Ιράν διαθέτει πυραυλικές δυνατότητες, υπόγειες υποδομές, δόγμα αποτροπής, τεχνολογική προσαρμοστικότητα και τη βούληση να προβάλλει στρατηγική απειλή πολύ πέρα από τα στενά όρια της περιοχής του. Από την άλλη, πάνω σε αυτό το πραγματικό υπόβαθρο, στήνεται με ολοένα μεγαλύτερη ένταση μια ολόκληρη βιομηχανία φόβου, που διογκώνει, δραματοποιεί και συχνά μετατρέπει τις εκτιμήσεις σε βεβαιότητες.
Εκεί ακριβώς αρχίζει το καθήκον της σοβαρής αρθρογραφίας. Όχι να υποτιμήσει την απειλή. Αλλά να αρνηθεί να υπηρετήσει την υστερία.
Ο πραγματικός πυρήνας του κινδύνου
Δεν χρειάζεται κανείς να κατασκευάσει μύθους για να περιγράψει τη σοβαρότητα της κατάστασης. Το Ιράν έχει επενδύσει επί δεκαετίες σε ασύμμετρη στρατιωτική ισχύ, σε υπόγειες εγκαταστάσεις, σε βαλλιστική τεχνολογία και σε ένα στρατηγικό μοντέλο που βασίζεται στην επιβίωση, στην απόκρυψη και στην ικανότητα αιφνιδιασμού. Οι περίφημες «πυραυλουπόλεις», ανεξαρτήτως του τι ακριβώς περιλαμβάνει η κάθε περιγραφή ή τι μένει ακόμη στο επίπεδο της εκτίμησης, δεν είναι πλέον απλή προπαγανδιστική εικονογραφία της Τεχεράνης. Είναι μέρος ενός στρατιωτικού δόγματος που θέλει το Ιράν να μπορεί να αντέχει, να απαντά και να επιβάλλει κόστος.
Αυτό από μόνο του είναι αρκετό για να προκαλεί συναγερμό. Και σωστά προκαλεί.
Η εμβέλεια, η ταχύτητα αντίδρασης, η διασπορά υποδομών, η δυνατότητα μαζικών ή διαδοχικών εκτοξεύσεων, η χρήση τεχνολογίας διπλής χρήσης και η συνδυασμένη αξιοποίηση πυραυλικών και γεωγραφικών πλεονεκτημάτων συνθέτουν μια εικόνα που κανείς σοβαρός αναλυτής δεν μπορεί να αντιμετωπίσει με ελαφρότητα. Όποιος συνεχίζει να βλέπει το Ιράν ως μια στατική περιφερειακή δύναμη, απλώς αρνείται να δει όσα έχουν αλλάξει.
Από την ανησυχία στην κατασκευή τρόμου
Το πρόβλημα αρχίζει όταν η πραγματική απειλή παύει να περιγράφεται και αρχίζει να σκηνοθετείται. Όταν δηλαδή η ανάλυση εγκαταλείπει την πειθαρχία της και παραδίδεται στη δραματοποίηση. Σε εκείνο το σημείο, κάθε στοιχείο γίνεται αφορμή για το επόμενο άλμα, κάθε ένδειξη βαφτίζεται απόδειξη, κάθε πιθανότητα παρουσιάζεται ως ώριμη πραγματικότητα.
Έτσι, μέσα σε λίγες παραγράφους, η συζήτηση μετατοπίζεται από το υπαρκτό ζήτημα της ιρανικής πυραυλικής ισχύος σε σχεδόν έτοιμα σενάρια πυρηνικού ολέθρου. Οι αναφορές σε σμικρυσμένες πυρηνικές κεφαλές, σε ευρωπαϊκές πρωτεύουσες που βρίσκονται ήδη υπό άμεση απειλή, σε κάθετα συστήματα εκτόξευσης που υποτίθεται ότι αλλάζουν απόλυτα το ισοζύγιο ισχύος, συχνά παρουσιάζονται όχι ως αναλυτικές υποθέσεις ή δυνητικές δυνατότητες, αλλά ως σχεδόν τετελεσμένα.
Εκεί η ενημέρωση παύει να είναι ενημέρωση. Γίνεται παραγωγή κλίματος.
Διότι άλλο πράγμα είναι να πεις ότι το Ιράν προσεγγίζει επικίνδυνες δυνατότητες και άλλο να μιλάς σαν να έχει ήδη ολοκληρώσει κάθε τεχνικό, στρατηγικό και πυρηνικό βήμα που απαιτείται για να μετατραπεί σε άμεσο και απόλυτο παγκόσμιο εκβιαστή. Η διαφορά ανάμεσα σε αυτά τα δύο δεν είναι λεπτομέρεια. Είναι η ίδια η διαφορά ανάμεσα στη δημοσιογραφία και στην ψυχολογική προετοιμασία κοινωνιών για αποδοχή της κλιμάκωσης.
Η υπερβολή ως πολιτικό εργαλείο
Η τρομολαγνεία δεν είναι ποτέ ουδέτερη. Δεν είναι απλώς ένα κακό επαγγελματικό αντανακλαστικό. Πολύ συχνά λειτουργεί ως πολιτικό εργαλείο. Όταν η απειλή περιγράφεται ως απόλυτη, επείγουσα και σχεδόν μεταφυσική, τότε κάθε αντίδραση αρχίζει να μοιάζει θεμιτή. Κάθε κλιμάκωση βαφτίζεται προληπτική ανάγκη. Κάθε στρατιωτική απόφαση ντύνεται με τον μανδύα της ιστορικής αναγκαιότητας.
Αυτό είναι το πιο επικίνδυνο σημείο της υπόθεσης. Όχι μόνο επειδή αλλοιώνει την κρίση του κοινού, αλλά επειδή προετοιμάζει πολιτικά το έδαφος για αποφάσεις που υπό άλλες συνθήκες θα συναντούσαν ισχυρότερες αντιστάσεις. Η υπερβολή δεν περιγράφει απλώς τον κίνδυνο. Τον εργαλειοποιεί.
Όταν ο φόβος γίνεται μόνιμο υπόστρωμα της δημόσιας ζωής, τότε οι κοινωνίες δεν ενημερώνονται. Εκπαιδεύονται να υπακούν. Δεν αξιολογούν. Αντιδρούν αντανακλαστικά. Δεν κρίνουν τις κυβερνήσεις τους με βάση στοιχεία, αλλά με βάση το ποιος υπόσχεται πιο επιθετικά ότι θα τις «προστατεύσει». Και εκεί ακριβώς η δημοκρατική κρίση αρχίζει να συρρικνώνεται.
Ο ρόλος της σοβαρής δημοσιογραφίας
Η ευθύνη της δημοσιογραφίας δεν είναι να νανουρίζει το κοινό, αλλά ούτε και να το παραδίδει στην παράκρουση. Σε περιόδους πολεμικής έντασης, η πιο τίμια στάση είναι και η πιο δύσκολη: να αναγνωρίζεις τη σοβαρότητα του κινδύνου χωρίς να γίνεσαι φερέφωνο της υπερβολής. Να ξεχωρίζεις το επιβεβαιωμένο από το εικαζόμενο, το πιθανό από το αποδεδειγμένο, το στρατιωτικό δεδομένο από το επικοινωνιακό σκηνικό.
Αυτό σημαίνει ότι δεν χαρίζεις τίποτα ούτε στους αφελείς ούτε στους εμπόρους τρόμου. Δεν λες ότι «δεν συμβαίνει τίποτα», όταν συμβαίνουν κρίσιμες μεταβολές στο στρατηγικό πεδίο. Αλλά δεν λες και «ήρθε το τέλος», κάθε φορά που ένας τίτλος μπορεί να κερδίσει μερικά παραπάνω κλικ, λίγη παραπάνω τηλεθέαση ή λίγη παραπάνω πολιτική χρησιμότητα.
Η ακρίβεια, σε τέτοιες στιγμές, δεν είναι τεχνική αρετή. Είναι πράξη ευθύνης.
Όταν η υπερβολή καταπίνει την αλήθεια
Η πιο μεγάλη ήττα της δημόσιας συζήτησης δεν έρχεται όταν αποκρύπτεται ένας κίνδυνος. Έρχεται όταν ο κίνδυνος διογκώνεται τόσο πολύ, ώστε τελικά καταστρέφει την ίδια την αξιοπιστία της προειδοποίησης. Διότι μια κοινωνία που βομβαρδίζεται συνεχώς με «εφιαλτικές αποκαλύψεις», με «απόλυτες απειλές» και με «τελευταίες ευκαιρίες», αργά ή γρήγορα παύει να διακρίνει το επείγον από το κατασκευασμένο. Και τότε η πληροφορία καταρρέει μέσα στον θόρυβο.
Αν κάτι χρειάζεται σήμερα, δεν είναι περισσότερη πολεμική θεατρικότητα. Είναι περισσότερη πειθαρχία στη γλώσσα, μεγαλύτερη αυστηρότητα στην αξιολόγηση και καθαρότερη διάκριση ανάμεσα στο τι γνωρίζουμε, τι φοβόμαστε και τι χρησιμοποιείται για να μας κατευθύνει.
Γιατί ναι, το ιρανικό οπλοστάσιο είναι λόγος σοβαρής ανησυχίας. Αλλά εξίσου σοβαρός λόγος ανησυχίας είναι και το πώς η απειλή αυτή μετατρέπεται, βήμα το βήμα, σε μηχανισμό χειραγώγησης της κοινής γνώμης.
Η αλήθεια δεν βρίσκεται ούτε στον εφησυχασμό ούτε στην υστερία. Το Ιράν δεν είναι φάντασμα για να το ξορκίζεις με τίτλους τρόμου, αλλά ούτε και μια ακίνδυνη δύναμη που μπορείς να την αντιμετωπίζεις με ιδεολογικές παρωπίδες. Η απειλή είναι υπαρκτή. Και ακριβώς γι’ αυτό δεν επιτρέπεται να παραδίδεται στα χέρια όσων την εμπορεύονται.
Γιατί τη στιγμή που η ενημέρωση παύει να φωτίζει και αρχίζει να τρομοκρατεί, δεν υπηρετεί πια την κοινωνία. Υπηρετεί την κλιμάκωση. Και τότε δεν περιγράφει απλώς τον πόλεμο που έρχεται — βοηθά να γίνει αποδεκτός.

