Πώς ένας καυγάς ανάμεσα στον ισχυρότερο τραπεζίτη της εποχής και τον βασιλιά οδήγησε στην πιο δηλητηριώδη τροποποίηση διαθήκης της παλιάς Αθήνας.
Ο Ανδρέας Συγγρός πέθανε στην Αθήνα στις 13 Φεβρουαρίου 1899, αφήνοντας πίσω του μια τεράστια περιουσία, ένα βαρύ όνομα και μια φήμη που ακόμη και σήμερα διχάζει: εθνικός ευεργέτης για πολλούς, σκληρός χρηματιστής και πανίσχυρος παράγοντας του χρήματος για άλλους. Η κηδεία του περιγράφεται από τον Τύπο της εποχής ως πάνδημη και πρωτοφανής, με παρουσία του βασιλιά, της κυβέρνησης, διπλωματών και χιλιάδων πολιτών.
Όμως ο πραγματικός θόρυβος δεν έγινε μόνο από τον θάνατό του. Έγινε από τη διαθήκη του — ή, ακριβέστερα, από τον περίφημο κωδίκελο, τη συμπληρωματική πράξη με την οποία ο Συγγρός άλλαξε την τελευταία του βούληση και πήρε πίσω όσα είχε αρχικά προβλέψει για τη βασιλική οικογένεια. Σύμφωνα με τη γνωστή αφήγηση που έχει διασωθεί σε μεταγενέστερα δημοσιεύματα, ο Συγγρός φέρεται να είχε αφήσει σημαντικά ποσά σε βασιλόπαιδες και τεράστιες εκτάσεις γης στον Γεώργιο Α΄, ανάμεσά τους περιοχές της βόρειας Αττικής όπως Ωρωπός, Χαλκούτσι, Μαλακάσα και Δήλεσι.
Η σχέση του Συγγρού με το παλάτι ήταν σχέση χρήματος, ισχύος και αμοιβαίας εξυπηρέτησης. Ο μεγαλοτραπεζίτης δεν ήταν απλώς ένας πλούσιος πολίτης. Ήταν άνθρωπος που δάνειζε κράτη, κινούνταν με άνεση ανάμεσα σε κυβερνήσεις, βασιλικούς κύκλους και διεθνείς χρηματοπιστωτικές ισορροπίες. Στην ιστορική του εικόνα περιλαμβάνεται και η δράση του ως τραπεζίτη που δάνειζε τόσο το ελληνικό κράτος όσο και την Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Η οικονομική συγκυρία της εποχής ήταν εκρηκτική. Η ελληνική πτώχευση συνδέεται με το 1893 και την κυβέρνηση Τρικούπη, ενώ μετά τον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 ήρθε ο Διεθνής Οικονομικός Έλεγχος, με την Ελλάδα δεμένη για δεκαετίες στους πιστωτές της. Αυτό είναι κρίσιμο, γιατί δείχνει το περιβάλλον μέσα στο οποίο κινούνταν πρόσωπα όπως ο Συγγρός: δεν ήταν απλώς πλούσιοι· ήταν κόμβοι εξουσίας.
Σύμφωνα με την πιο διαδεδομένη εκδοχή της ιστορίας, η ρήξη με τον βασιλιά Γεώργιο Α΄ ήρθε ύστερα από έντονη συζήτηση για την Κρήτη. Ο Συγγρός φέρεται να υποστήριξε ότι ο βασιλιάς όφειλε να ηγηθεί προσωπικά της εθνικής προσπάθειας. Ο Γεώργιος, ενοχλημένος, του απάντησε με ύφος που πλήγωσε βαθιά τον τραπεζίτη: πώς τολμά ένας «απλούς πολίτης» να δίνει συμβουλές στον βασιλιά του.
Και τότε ο Συγγρός έκανε αυτό που μόνο ένας άνθρωπος με τεράστια περιουσία και ακόμη μεγαλύτερο εγωισμό μπορούσε να κάνει: δεν φώναξε, δεν απάντησε δημόσια, δεν έστησε πολιτική ίντριγκα. Πήγε στον συμβολαιογράφο.
Ο κωδίκελος ήταν η απάντηση. Με φαρμακερή ειρωνεία, ο Συγγρός φέρεται να ανακάλεσε τις δωρεές προς τον βασιλιά και τους βασιλόπαιδες, χρησιμοποιώντας εναντίον του Γεωργίου την ίδια λέξη που τον είχε προσβάλει: «αυθάδες». Η ουσία ήταν καθαρή: αφού ένας απλός πολίτης δεν επιτρέπεται να συμβουλεύει βασιλιάδες, τότε δεν είναι σωστό ούτε να τους κληροδοτεί περιουσίες.
Έτσι, η διαθήκη του Συγγρού έγινε κάτι περισσότερο από νομικό έγγραφο. Έγινε πολιτικό σχόλιο. Ένα χαστούκι από τον κόσμο του χρήματος προς τον κόσμο του στέμματος. Μια υπενθύμιση ότι στη νεότερη Ελλάδα η εξουσία δεν κατοικούσε μόνο στα ανάκτορα, αλλά και στα ταμεία, στις τράπεζες, στα ομόλογα, στις εκτάσεις γης και στις ιδιωτικές περιουσίες που μπορούσαν να αγοράσουν επιρροή.
Η ιστορία έχει και μια δόση σκληρής ειρωνείας. Ο βασιλιάς εμφανίζεται ως θεσμικά ανώτερος, αλλά οικονομικά εξαρτημένος από ανθρώπους σαν τον Συγγρό. Ο Συγγρός εμφανίζεται ως «απλός πολίτης», αλλά με περιουσία ικανή να ταράξει παλάτια. Και η διαθήκη του, με εκείνη τη βιτριολική ανατροπή, έμεινε ως ένα από τα πιο χαρακτηριστικά επεισόδια της παλιάς Αθήνας: εκεί όπου η προσωπική προσβολή έγινε οικονομική τιμωρία.
Ο Γεώργιος είχε το στέμμα. Ο Συγγρός είχε το χρήμα. Και όταν συγκρούστηκαν, αποδείχθηκε πως καμιά φορά η πιο βαριά εκδίκηση δεν γράφεται με φωνές. Γράφεται με μελάνι, σε συμβολαιογραφικό χαρτί.

