Τα παιδιά των Ελλήνων του εξωτερικού παλεύουν να μάθουν τη γλώσσα των γονιών και των παππούδων τους, την ώρα που η ελληνική Πολιτεία αφήνει γονείς, κοινότητες και εκπαιδευτικούς να σηκώνουν μόνοι τους το βάρος.
Η Ελλάδα αγαπά να μιλά για την ομογένεια.
Τη θυμάται στις εθνικές επετείους.
Τη χειροκροτεί στις παρελάσεις.
Τη συγκινεί όταν βλέπει παιδιά στη Στοκχόλμη, στο Λονδίνο, στη Στουτγκάρδη, στη Ζυρίχη, στο Όσλο ή στη Βαρσοβία να κρατούν ελληνικές σημαίες, να τραγουδούν τον εθνικό ύμνο, να μαθαίνουν ποιήματα και να λένε «είμαι Έλληνας».
Όμως όταν σβήνουν τα φώτα της γιορτής, μένει η σκληρή πραγματικότητα: τα σχολεία της διασποράς δίνουν αγώνα επιβίωσης.
Και αυτός ο αγώνας δεν είναι απλώς εκπαιδευτικός. Είναι εθνικός, πολιτισμικός, βαθιά ανθρώπινος. Είναι ο αγώνας να μη χαθεί η γλώσσα. Να μη σπάσει ο δεσμός με την πατρίδα. Να μη μεγαλώσουν τα παιδιά των αποδήμων με την Ελλάδα ως ανάμνηση των γονιών τους, αλλά ως ζωντανό κομμάτι της δικής τους ταυτότητας.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν στο συνέδριο Ελληνόγλωσσης Εκπαίδευσης στη Στουτγκάρδη, σε σχολεία 13 ευρωπαϊκών χωρών φοιτούν περίπου 20.000 μαθητές, ενώ οι ανάγκες είναι τεράστιες. Την ίδια ώρα, οι αποσπασμένοι εκπαιδευτικοί για εκατομμύρια Έλληνες του εξωτερικού έχουν μειωθεί δραματικά: από περισσότερους από 2.000 το 2009, σήμερα δεν ξεπερνούν τους 750.
Αυτό δεν είναι απλώς αριθμός. Είναι πολιτική εγκατάλειψη.
Γιατί πίσω από κάθε κενή θέση εκπαιδευτικού υπάρχει ένα παιδί που δεν θα διδαχθεί σωστά ελληνικά. Υπάρχει ένας γονιός που πληρώνει, οργανώνει, ψάχνει αίθουσες, βρίσκει βιβλία, στήνει υποδομές, καλύπτει μισθούς, κάνει εθελοντικά αυτό που θα έπρεπε να στηρίζει οργανωμένα η ελληνική Πολιτεία.
Στη Μεγάλη Βρετανία, μετά το Brexit, το πρόβλημα έγινε ακόμη πιο ασφυκτικό, καθώς οι απαιτήσεις για βίζα και μισθούς κάνουν σχεδόν αδύνατη την αποστολή εκπαιδευτικών από την Ελλάδα. Σε χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το επιμίσθιο δεν επαρκεί για το πραγματικό κόστος ζωής, με αποτέλεσμα όλο και λιγότεροι εκπαιδευτικοί να ζητούν απόσπαση στο εξωτερικό.
Και έτσι, οι γονείς γίνονται κράτος.
Οι κοινότητες γίνονται υπουργείο.
Οι εθελοντές γίνονται μηχανισμός επιβίωσης.
Η Εκκλησία, οι σύλλογοι και οι παροικίες κρατούν όρθιο αυτό που η Ελλάδα θα έπρεπε να θεωρεί εθνική της προτεραιότητα.
Είναι προκλητικό να μιλάμε για «στήριξη της ομογένειας», όταν τα παιδιά της ομογένειας δεν έχουν επαρκείς δασκάλους για να μάθουν τη γλώσσα τους.
Είναι υποκρισία να φωτογραφίζονται πολιτικοί με αποδήμους, να μιλούν για «γέφυρες με τον Ελληνισμό του εξωτερικού» και την ίδια στιγμή τα σχολεία της διασποράς να λειτουργούν με ελλείψεις, με οικονομική αγωνία και με γονείς εξαντλημένους από την προσπάθεια.
Η ελληνική γλώσσα δεν είναι διακοσμητικό στοιχείο. Δεν είναι αναμνηστικό σε εθνικές γιορτές. Δεν είναι μια ωραία φράση σε πολιτικούς λόγους. Είναι ο πυρήνας της ταυτότητας. Είναι το νήμα που ενώνει το παιδί της δεύτερης και τρίτης γενιάς με τον παππού, τη γιαγιά, το χωριό, την ιστορία, την Ελλάδα.
Αν αυτό το νήμα κοπεί, δεν θα ξαναδεθεί εύκολα.
Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη ευθύνη της ελληνικής Πολιτείας: να σταματήσει να βλέπει την ομογένεια μόνο ως εκλογικό, εθνικό ή επικοινωνιακό κεφάλαιο. Οι απόδημοι Έλληνες δεν χρειάζονται μόνο λόγια. Χρειάζονται σχολεία. Χρειάζονται εκπαιδευτικούς. Χρειάζονται χρηματοδότηση. Χρειάζονται σύγχρονα βιβλία, ψηφιακά εργαλεία, σταθερό θεσμικό πλαίσιο και πραγματική μέριμνα.
Γιατί οι γονείς της διασποράς κάνουν ήδη το καθήκον τους.
Το ερώτημα είναι αν θα το κάνει και η Ελλάδα.
Η εικόνα ενός παιδιού στη Σουηδία, στη Γερμανία, στην Αγγλία ή στην Ολλανδία που προσπαθεί να μάθει ελληνικά δεν πρέπει να συγκινεί μόνο. Πρέπει να κινητοποιεί.
Διότι κάθε παιδί που μαθαίνει ελληνικά στο εξωτερικό είναι μια μικρή νίκη της Ελλάδας.
Κάθε σχολείο που κλείνει ή υπολειτουργεί είναι μια ήττα.
Και κάθε κυβέρνηση που περιορίζεται σε λόγια για την ομογένεια, ενώ αφήνει την ελληνόγλωσση εκπαίδευση να μαραζώνει, είναι υπόλογη απέναντι στις επόμενες γενιές.
Η ομογένεια δεν είναι μόνο για φωτογραφίες, επετείους και πανηγυρικούς.
Η ομογένεια είναι παιδιά που θέλουν να μάθουν τη γλώσσα της καρδιάς τους.
Και η Ελλάδα οφείλει να είναι εκεί — όχι μόνο όταν σηκώνουν τη σημαία, αλλά κάθε μέρα, μέσα στην τάξη.

