Ο Ηλίας Παπαναστασίου υπενθυμίζει τον ρωσικό ρόλο στην ανάπτυξη της ελληνικής ναυτιλίας και στην πορεία προς την εθνική ανεξαρτησία
Σε μια εποχή κατά την οποία η ιστορία χρησιμοποιείται συχνά επιλεκτικά, ανάλογα με τις ανάγκες της εκάστοτε γεωπολιτικής συγκυρίας, ο οικονομολόγος, πολιτικός επιστήμονας και νομικός Ηλίας Παπαναστασίου έθεσε ένα κρίσιμο ζήτημα: η Ευρώπη δεν μπορεί να διαγράφει τον ιστορικό ρόλο της Ρωσίας ούτε να αντιμετωπίζει το παρελθόν σαν να αρχίζει από τη σημερινή σύγκρουση στην Ουκρανία.
Μιλώντας στην εκπομπή του δημοσιογράφου Δημήτρη Λιάτσου, ο Ηλίας Παπαναστασίου επισήμανε ότι και η Ελλάδα έχει σοβαρούς ιστορικούς λόγους να θυμάται τη συμβολή της Ρωσίας. Από την ανάπτυξη της ελληνικής εμπορικής ναυτιλίας μέχρι τη στρατιωτική και διπλωματική πίεση που οδήγησε την Οθωμανική Αυτοκρατορία στη Συνθήκη της Αδριανούπολης, η ρωσική παρουσία υπήρξε καθοριστική σε κρίσιμες στιγμές του ελληνικού αγώνα.
Η ρωσική σημαία και η ανάπτυξη της ελληνικής ναυτιλίας
Η σχέση αυτή δεν αρχίζει το 1821. Έχει τις ρίζες της στον 18ο αιώνα και ειδικότερα στη Συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή του 1774, η οποία υπογράφηκε μετά τον Ρωσοτουρκικό Πόλεμο.
Με τη συνθήκη εξασφαλίστηκε η ελεύθερη ναυσιπλοΐα στα οθωμανικά ύδατα για πλοία που έφεραν ρωσική σημαία. Έλληνες πλοιοκτήτες αξιοποίησαν αυτή τη δυνατότητα, ύψωσαν τη ρωσική σημαία και απέκτησαν πρόσβαση στον Εύξεινο Πόντο και σε νέες εμπορικές διαδρομές. Ελληνικής ιδιοκτησίας πλοία άρχισαν να δραστηριοποιούνται με μεγαλύτερη ασφάλεια και ελευθερία, συμβάλλοντας στην εντυπωσιακή ανάπτυξη του ελληνικού εμπορικού στόλου.
Η εξέλιξη αυτή δεν είχε μόνο οικονομική σημασία. Η ισχυροποίηση των ελληνικών ναυτικών νησιών και η συσσώρευση κεφαλαίων, πλοίων και ναυτικής εμπειρίας δημιούργησαν υλικές προϋποθέσεις που αποδείχθηκαν εξαιρετικά σημαντικές κατά την Ελληνική Επανάσταση.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η αυτοκρατορική Ρωσία ενεργούσε από ανιδιοτελή φιλελληνισμό. Εξυπηρετούσε τα δικά της στρατηγικά, εμπορικά και γεωπολιτικά συμφέροντα απέναντι στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Όμως η ιστορική αλήθεια παραμένει: μέσα από αυτήν τη σύγκρουση συμφερόντων δημιουργήθηκαν πραγματικές ευκαιρίες για τον ελληνισμό.
Η Ρωσία, το Ναυαρίνο και η οθωμανική υποχώρηση
Καθοριστική υπήρξε και η συμμετοχή της Ρωσίας στη συμμαχία με τη Βρετανία και τη Γαλλία, η οποία οδήγησε στη Ναυμαχία του Ναυαρίνου το 1827 και στην καταστροφή του οθωμανικού και αιγυπτιακού στόλου.
Η ναυμαχία δεν αποτέλεσε αποκλειστικά ρωσική ενέργεια, αλλά κοινή στρατιωτική επέμβαση των τριών δυνάμεων. Χωρίς αυτήν, όμως, η πορεία της Ελληνικής Επανάστασης θα μπορούσε να ήταν εντελώς διαφορετική. Η Ρωσία αποτελούσε έναν από τους τρεις βασικούς πυλώνες της συμμαχικής παρέμβασης.
Ακολούθησε ο Ρωσοτουρκικός Πόλεμος του 1828–1829. Οι ρωσικές στρατιωτικές επιτυχίες και η προέλαση των στρατευμάτων προς την Αδριανούπολη ανάγκασαν την Υψηλή Πύλη να υπογράψει ειρήνη στις 14 Σεπτεμβρίου 1829.
Με το άρθρο 10 της Συνθήκης της Αδριανούπολης, η Οθωμανική Αυτοκρατορία αποδέχθηκε τη Συνθήκη του Λονδίνου του 1827 και το Πρωτόκολλο του Μαρτίου του 1829 για το ελληνικό ζήτημα. Αναγνώρισε έτσι την ελληνική αυτονομία και αποδέχθηκε, μεταξύ άλλων, τη συνοριακή γραμμή Αμβρακικού–Παγασητικού.
Η πλήρης διεθνής αναγνώριση της ανεξαρτησίας ακολούθησε με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου της 3ης Φεβρουαρίου 1830. Επομένως, η Συνθήκη της Αδριανούπολης δεν αποτέλεσε από μόνη της την τελική πράξη ίδρυσης του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους, υπήρξε όμως αποφασιστικός κρίκος στην αλυσίδα των γεγονότων που οδήγησαν σε αυτό.
Άλλο ιστορική μνήμη και άλλο πολιτική υποταγή
Η αναγνώριση αυτών των γεγονότων δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα οφείλει να ευθυγραμμίζεται άκριτα με κάθε επιλογή της σημερινής ρωσικής ηγεσίας. Δεν σημαίνει αποδοχή πολεμικών ενεργειών, παραβιάσεων του διεθνούς δικαίου ή αυτοκρατορικών πολιτικών.
Σημαίνει, όμως, ότι ένα κράτος με ιστορική συνείδηση δεν παραχαράσσει το παρελθόν για να υπηρετήσει τις πρόσκαιρες επιδιώξεις των συμμάχων του.
Η Ελλάδα μπορεί να ανήκει θεσμικά στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στο ΝΑΤΟ, να υπερασπίζεται το διεθνές δίκαιο και ταυτόχρονα να αναγνωρίζει ότι η Ρωσία διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην ιστορική της διαδρομή.
Δεν χρειάζεται ούτε εξιδανίκευση ούτε δαιμονοποίηση. Χρειάζεται ακρίβεια.
Η Ευρώπη δεν μπορεί να ξαναγράφει την ιστορία
Η Ευρώπη έχει κάθε δικαίωμα να συγκρούεται πολιτικά με τη Ρωσία όταν θεωρεί ότι απειλούνται η ασφάλεια ή τα συμφέροντά της. Δεν έχει, όμως, το δικαίωμα να παρουσιάζει τη Ρωσία ως έναν ξένο προς την ευρωπαϊκή ιστορία παράγοντα ή να αποσιωπά τη συμβολή της σε κρίσιμες περιόδους.
Η Ρωσία συμμετείχε καθοριστικά στην ήττα του ναζισμού, είχε πρωταγωνιστικό ρόλο στις ευρωπαϊκές ισορροπίες επί αιώνες και συνέβαλε, μέσα από τη δική της στρατηγική αντιπαράθεση με την Οθωμανική Αυτοκρατορία, στην απελευθέρωση βαλκανικών λαών.
Η ιστορία δεν είναι εργαλείο προπαγάνδας. Δεν αρχίζει το 2022 ούτε μεταβάλλεται ανάλογα με τις κυρώσεις και τις διπλωματικές συμμαχίες.
Και για την Ελλάδα, ειδικά, η μνήμη της ρωσικής συμβολής στην ανάπτυξη της ναυτιλίας, στο Ναυαρίνο και στη Συνθήκη της Αδριανούπολης δεν αποτελεί φιλορωσική τοποθέτηση.
Αποτελεί στοιχειώδη σεβασμό στην ιστορική αλήθεια.

