Σατιρικό άρθρο για το ελληνικό «επιτελικό» θαύμα, όπου η πολιτική ευθύνη μπορεί να αλλάζει πρόσωπο, αλλά ποτέ διεύθυνση.
Στην Ελλάδα του σύγχρονου κράτους τίποτα δεν πάει χαμένο.
Ούτε οι θέσεις. Ούτε οι καρέκλες. Ούτε οι μηχανισμοί.
Αντιθέτως, όλα ανακυκλώνονται με οικολογική ευαισθησία και, ει δυνατόν, με οικογενειακή συνέχεια.
Κάπως έτσι γεννιέται και το απόλυτο πολιτικό ανέκδοτο της εποχής: αν ένας υφυπουργός βρεθεί σε δύσκολη θέση, δεν χρειάζεται να ανησυχεί. Το σύστημα είναι τόσο ώριμο, τόσο ευέλικτο, τόσο «μεταρρυθμισμένο», ώστε σχεδόν ακούς τη λύση να ψιθυρίζεται στους διαδρόμους:
«Μην ταράζεστε, παιδιά. Αν φύγει ο ένας, υπάρχει πάντα ένας οικείος άνθρωπος να συνεχίσει το έργο».
Διότι αυτό είναι το μεγαλείο του επιτελικού κράτους. Δεν κυβερνά απλώς. Κληρονομεί.
Δεν διορθώνει. Μεταβιβάζει.
Δεν παραιτεί. Ανακυκλώνει με συναισθηματική σταθερότητα.
Στις παλιές εποχές, όταν ένας πολιτικός εκτιθόταν, μιλούσαν για λογοδοσία, θεσμούς, πολιτική ευθύνη, παραίτηση. Παλαιομοδίτικα πράγματα. Σήμερα είμαστε πιο μπροστά. Τώρα μιλάμε για continuity. Για ομαλή μετάβαση. Για να μη χαθεί η τεχνογνωσία της καρέκλας. Για να μη μείνει ο θώκος ορφανός και πάθει διοικητικό σοκ το έθνος.
Άλλωστε, τι είναι το κράτος χωρίς λίγη οικογενειακή θαλπωρή;
Πώς να λειτουργήσει η διοίκηση χωρίς το άρωμα της συγγένειας;
Πώς να σταθεί η δημόσια ζωή αν δεν έχει αυτό το γλυκό, γνώριμο, οικογενειακό άγγιγμα που σου θυμίζει Κυριακή, τραπέζι και διορισμό;
Η μεγάλη επιτυχία του συστήματος είναι ακριβώς αυτή: κατάφερε να μετατρέψει την πολιτική από δημόσια υπόθεση σε υπόθεση εσωτερικής διαχείρισης. Ένα είδος οικογενειακού λογιστηρίου εξουσίας. Μια κατάσταση στην οποία δεν λες «ποιος είναι καταλληλότερος;», αλλά «ποιος είναι διαθέσιμος από τον κοντινό κύκλο;».
Και ύστερα απορούμε γιατί ο κόσμος γελάει πικρά.
Επειδή βλέπει ότι στην Ελλάδα της αριστείας η αξιολόγηση σταματά εκεί που αρχίζει η οικειότητα.
Ότι η ευθύνη είναι βαριά μόνο για τους έξω, ποτέ για τους μέσα.
Ότι η καρέκλα δεν είναι δημόσιο αξίωμα, αλλά οικογενειακό κειμήλιο με κρατική σφραγίδα.
Φυσικά, όλα αυτά θα διαψευστούν με ύφος προσβεβλημένης αθωότητας. Θα εμφανιστούν οι γνωστοί υπερασπιστές της σοβαρότητας και θα πουν ότι αυτά είναι υπερβολές, κακίες, τοξικότητα, λαϊκισμός, ίσως και «επίθεση στους θεσμούς». Διότι στην Ελλάδα, όταν σατιρίζεις το προφανές, κατηγορείσαι ότι προσβάλλεις την κανονικότητα. Ενώ η ίδια η κανονικότητα έχει φροντίσει εδώ και χρόνια να γίνει ανέκδοτο από μόνη της.
Το αληθινό πρόβλημα, όμως, δεν είναι ένα πρόσωπο. Ούτε ένα όνομα.
Το πρόβλημα είναι μια νοοτροπία που αντιμετωπίζει το κράτος σαν προέκταση παρέας, οικογένειας, μηχανισμού, δικτύου.
Μια λογική που δεν λέει «ποιος αξίζει;» αλλά «ποιος μας βολεύει;».
Μια εξουσία που δεν ενοχλείται όταν γελοιοποιείται, αρκεί να μην ξεβολεύεται.
Και έτσι, το σατιρικό ερώτημα μένει να αιωρείται πάνω από τη χώρα σαν επίσημη διοικητική εγκύκλιος:
αν φύγει ο ένας, θα μπει ο επόμενος από το σπίτι;
Όχι επειδή πρέπει.
Αλλά επειδή, σε αυτό το μοντέλο διακυβέρνησης, η συγγένεια μοιάζει συχνά πιο σταθερό προσόν από τη θεσμική ευπρέπεια.
Γιατί στο τέλος, σε αυτή τη χώρα, δεν αλλάζουν πάντα οι πρακτικές. Αλλάζουν μόνο τα μικρά ονόματα στην πόρτα του γραφείου.

