Γράφει ο Ali Vaez
Το μνημόνιο κατανόησης ΗΠΑ-Ιράν έβαλε τέλος στον πόλεμό τους και παρείχε ένα πλαίσιο για συνομιλίες σχετικά με το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης. Λιγότερο από έναν μήνα μετά την υπογραφή του, έχει αποτύχει και ένα έγγραφο που προοριζόταν να σταματήσει έναν πόλεμο, κατέληξε να αποτελέσει αιτία για την επανέναρξή του.
Η άμεση διαφωνία αφορά το ποιος ελέγχει τα Στενά του Ορμούζ, όμως διακυβεύονται περισσότερα. Η κατάρρευση ακόμη και αυτής της ελάχιστης συνεννόησης θα μπορούσε να αφαιρέσει το τελευταίο εμπόδιο ανάμεσα σε μια περιστασιακή αντιπαράθεση και έναν πόλεμο χωρίς τέλος.
Το μνημόνιο δεν ήταν σε καμία περίπτωση ειρηνευτική συμφωνία. Δεν συμφιλίωνε τις δύο χώρες, δεν έλυνε τη διαφωνία τους σχετικά με τα όρια του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν, ούτε εγκαθίδρυε μια σταθερή περιφερειακή τάξη. Απλώς, έθετε ένα προστατευτικό όριο σε μια σχέση που είχε οδηγηθεί σε ανοιχτό πόλεμο. Αν αυτό το όριο καταρρεύσει, κάθε νέος γύρος συγκρούσεων θα γίνεται η βάση για τον επόμενο.
Η ανανεωμένη πολεμική σύγκρουση δεν θα αλλάξει την πραγματικότητα που οδήγησε στην υπογραφή του μνημονίου εξαρχής.
Οι ΗΠΑ μπορούν να προκαλέσουν καταστροφικές ζημιές στο Ιράν, αλλά δεν μπορούν να εξαλείψουν την ικανότητα της Τεχεράνης να διαταράσσει τη ναυσιπλοΐα μέσω των Στενών του Ορμούζ.
Το Ιράν μπορεί να προκαλέσει σοβαρό οικονομικό κόστος, προκαλώντας “ασφυξία” στη θαλάσσια αυτή οδό, αλλά δεν μπορεί να υποχρεώσει την Ουάσινγκτον να αποδεχθεί τους όρους του. Αφού εκτοξευθούν περισσότεροι πύραυλοι, δεχθούν επιθέσεις περισσότερα πλοία, καταστραφούν υποδομές και σκοτωθούν άμαχοι, οι πλευρές θα επιστρέψουν στο ίδιο τραπέζι διαπραγματεύσεων -μόνο που θα είναι πιο οργισμένες και λιγότερο ικανές για συμβιβασμό.
Η φαινομενική αιτία της κατάρρευσης αποτυπώνεται στην πέμπτη παράγραφο του μνημονίου, η οποία απαιτεί από το Ιράν να “καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια” για να διασφαλίσει την ασφαλή εμπορική διέλευση, χωρίς να διευκρινίζει αν η Τεχεράνη δεσμευόταν να ανοίξει ξανά τη θαλάσσια οδό σε ολόκληρο το μήκος των Στενών, ή μόνο στα βόρεια ύδατά του.
Αυτή η ασάφεια ήταν αρκετά καλή ώστε να επιτρέψει και στις δύο πλευρές να συμφωνήσουν στο κείμενο, αλλά ταυτόχρονα αρκετά ασαφής, ώστε κάθε πλευρά να του δώσει την ερμηνεία που τη βόλευε. Για την Ουάσινγκτον, η διάταξη αυτή επανέφερε τη ναυτιλιακή κυκλοφορία στο Στενό του Ορμούζ. Για την Τεχεράνη, διατηρούσε τον δικό της ρόλο στον συντονισμό της διέλευσης κάθε πλοίου, ανεξάρτητα από τον διάδρομο που θα χρησιμοποιούσε.
Ωστόσο, η ασαφής διατύπωση διατήρησε επίσης τις δύο χώρες σε τροχιά σύγκρουσης. Η Τεχεράνη πίστευε ότι η Ουάσινγκτον χρησιμοποιούσε την κατάπαυση του πυρός για να δημιουργήσει έναν θαλάσσιο διάδρομο μέσω υδάτων κατά μήκος των ακτών του Ομάν, ο οποίος σταδιακά θα εξουδετέρωνε τη νεότερη και ισχυρότερη πηγή πίεσης που διαθέτει το Ιράν. Οι ΗΠΑ θεωρούσαν έναν τέτοιο διάδρομο ως ασφάλεια απέναντι σε μια νέα προσπάθεια του Ιράν να κλείσει τα Στενά του Ορμούζ.
Η αυξανόμενη δυσπιστία δηλητηρίασε επίσης τις διαπραγματεύσεις. Αφού και οι δύο πλευρές κατέφυγαν σε επιθέσεις και αντεπιθέσεις για να καθορίσουν τις θέσεις τους, ο Τραμπ κήρυξε τη λήξη της εκεχειρίας, απείλησε να “ολοκληρώσει το έργο” και χρησιμοποίησε μια ρητορική που φαινόταν να επιβεβαιώνει κάθε ιρανική υποψία σχετικά με τις προθέσεις των ΗΠΑ. Η Τεχεράνη κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η επανέναρξη του πολέμου ήταν αναπόφευκτη και ότι έπρεπε να κλείσει τα Στενά.
Ίσως οι ιρανοί ηγέτες να παρερμήνευσαν την αμερικανική τακτική της ακραίας πίεσης ως οριστική απόφαση για επιστροφή σε έναν ολοκληρωτικό πόλεμο. Ωστόσο, ενεργώντας βάσει αυτής της πεποίθησης, βοήθησαν να μετατραπεί ο φόβος σε πεπρωμένο, καταστρέφοντας τις συμφωνίες σε λιγότερο χρόνο από ό,τι χρειάστηκε για να επιτευχθούν.
Και οι δύο χώρες πιστεύουν ότι ο χρόνος λειτουργεί υπέρ τους. Το Ιράν αναμένει ότι οι πετρελαϊκές κρίσεις και η αστάθεια στις αγορές, καθώς και το πολιτικό ημερολόγιο, θα εξαντλήσουν την αποφασιστικότητα της Ουάσινγκτον. Οι ΗΠΑ αναμένουν ότι η οικονομική φθορά και η στρατιωτική αποδυνάμωση θα εξαντλήσουν την Τεχεράνη.
Καμία από τις δύο πλευρές δεν διαθέτει μια πορεία προς τη νίκη. Ωστόσο, η καθεμία μπορεί να αισθάνεται υποχρεωμένη να αποδείξει ότι μπορεί να αντέξει περισσότερο πόνο από την άλλη.
Η πιο πιθανή διέξοδος είναι μια προσωρινή συνεννόηση σχετικά με τα Στενά του Ορμούζ, η οποία θα επανέφερε τη συμφωνία στο πλαίσιο του μνημονίου. Το Ιράν θα σταματούσε τις επιθέσεις κατά εμπορικών πλοίων και θα αποδεχόταν ένα διαφανές σύστημα ενημέρωσης σχετικά με την προέλευση, τον προορισμό και το φορτίο των πλοίων, μέσω ενός κοινού κέντρου θαλάσσιου συντονισμού που θα διοικείται από το Ιράν και τα κράτη του Κόλπου.
Οι ΗΠΑ θα δεσμεύονταν να υποστηρίζουν γενικά την ελευθερία της ναυσιπλοΐας, αλλά -προκειμένου να αποκατασταθούν οι κανονικές ροές μέσω των Στενών- θα συμφωνούσαν προσωρινά στον περιορισμό της χρήσης εναλλακτικών διαδρομών ως μηχανισμού παράκαμψης της Τεχεράνης.
Τα κράτη του Κόλπου, φυσικά, θα ανησυχούσαν ότι τέτοιες προσωρινές ρυθμίσεις θα μπορούσαν να γίνουν μόνιμες, υπονομεύοντας την αρχή της ελευθερίας της ναυσιπλοΐας. Αυτό αποτελεί ακόμη μεγαλύτερο λόγο για να επενδυθούν προσπάθειες στη διπλωματία που απαιτείται ώστε να επιτευχθεί μια πιο σταθερή και μακροχρόνια συμφωνία.
Αξίζει να θυμόμαστε ότι οι ΗΠΑ και το Ιράν βρίσκονται σε πόλεμο για ένα ζήτημα που δεν αποτελούσε αντικείμενο διαφωνίας πριν από την επίθεση των ΗΠΑ και του Ισραήλ τον Φεβρουάριο.
Η σημερινή σύγκρουση δεν αποτελεί λύση στην αποτυχία του χθες. Είναι το αποτέλεσμα εκείνης της αποτυχίας.
Το δίδαγμα εδώ δεν είναι απλώς ότι η διπλωματία απέτυχε. Είναι ότι η Ουάσιγκτον και η Τεχεράνη αντιμετώπισαν το μνημόνιο όχι ως γέφυρα από τον πόλεμο προς τη διπλωματία, αλλά ως επέκταση του πολέμου με άλλα μέσα.
Αν επιτρέψουν ακόμη και αυτή την περιορισμένη συνεννόηση να εξαφανιστεί, η επόμενη κατάπαυση του πυρός θα γίνει απλώς η παύση πριν από την επόμενη μάχη -και ο πόλεμος, αντί για τη διπλωματία, μπορεί κάλλιστα να γίνει μόνιμη κατάσταση.
*Ο Ali Vaez είναι διευθυντής του Προγράμματος για το Ιράν στη Διεθνή Ομάδα Κρίσεων.
© 2026 Διατίθεται από το “The New York Times Licensing Group”
CAPITAL

