Η Κεντροαριστερά στην Ελλάδα θυμίζει σήμερα πολυκατοικία χωρίς διαχειριστή, χωρίς κανονισμό και χωρίς κανείς να ξέρει ποιος πληρώνει τα κοινόχρηστα.
Ο ΣΥΡΙΖΑ διαλύεται με θόρυβο, το ΠΑΣΟΚ προσπαθεί να εμφανίσει ως διεύρυνση την πολιτική ανακύκλωση παλιών στελεχών, ο Κασσελάκης παίζει τον ρόλο του παρουσιαστή-αρχηγού και γύρω από τον Αλέξη Τσίπρα στήνεται ένα νέο πολιτικό αφήγημα, χωρίς ακόμη να ξέρουμε ποιοι μπαίνουν, ποιοι μένουν απέξω και ποιοι απλώς ψάχνουν σωσίβιο.
Και μέσα σε όλο αυτό το σκηνικό, ο Άδωνις Γεωργιάδης πετάει δολώματα. Ανοίγει κουβέντα για ποινικούς κώδικες, παλιά σκάνδαλα και πολιτικές ευθύνες, επιχειρώντας να τραβήξει την αντιπολίτευση στο γήπεδο που τον βολεύει. Γιατί όσο η συζήτηση φεύγει από την ακρίβεια, τα ενοίκια, την υγεία, την οικονομία και την καθημερινή αγωνία των πολιτών, τόσο η κυβέρνηση κερδίζει χρόνο.
Το θέμα είναι ότι αυτή τη φορά κάποιοι φαίνεται πως δεν τσίμπησαν. Κατάλαβαν ότι η σκανδαλολογία από μόνη της δεν φτιάχνει αντιπολίτευση. Τα σκάνδαλα πρέπει να αναδεικνύονται, αλλά δεν μπορούν να είναι το μοναδικό πολιτικό πρόγραμμα. Ο πολίτης που δεν βγάζει τον μήνα δεν περιμένει μόνο καταγγελίες. Περιμένει λύσεις.
Την ίδια ώρα, στον ΣΥΡΙΖΑ ετοιμάζονται για Κεντρική Επιτροπή με περισσότερο άγχος για τους καταλόγους παρά για την πολιτική γραμμή. Ποιος έχει δικαίωμα ψήφου; Ποιος μένει; Ποιος φεύγει; Ποιος έχει ήδη βαλίτσες για το επόμενο κόμμα αλλά θέλει πρώτα να ψηφίσει για το μέλλον του παλιού;
Εδώ μπαίνει το λεγόμενο «μοντέλο Μαριλίζα». Δεν μπορείς να αποφασίζεις για την πορεία ενός κόμματος όταν πολιτικά έχεις ήδη περάσει την πόρτα της εξόδου. Δεν είναι ζήτημα διαδικαστικό. Είναι ζήτημα πολιτικής αξιοπρέπειας.
Αν θέλεις να φύγεις, φεύγεις καθαρά. Αν θέλεις να μείνεις, μένεις και δίνεις μάχη. Το μισό μέσα, μισό έξω, μισό εδώ, μισό εκεί, δεν είναι πολιτική στάση. Είναι πολιτικός καιροσκοπισμός.
Η παραίτηση της Κατερίνας Νοτοπούλου δείχνει ότι το ξήλωμα συνεχίζεται. Και μάλλον δεν θα είναι η τελευταία. Κάποιοι βλέπουν το πλοίο να μπάζει νερά και ψάχνουν ήδη την επόμενη προβλήτα. Άλλοι περιμένουν σήμα από τον Τσίπρα. Άλλοι παίρνουν μόνοι τους το ρίσκο.
Στο ΠΑΣΟΚ, από την άλλη, πανηγυρίζουν για νέες προσχωρήσεις, μόνο που αρκετές μοιάζουν με επιστροφές παλιών γνωστών. Άνθρωποι που ήταν ΠΑΣΟΚ, πήγαν ΣΥΡΙΖΑ, πέρασαν από άλλα πολιτικά δωμάτια και τώρα επιστρέφουν ως «νέα διεύρυνση». Δηλαδή ανανέωση όρκων χωρίς να έχει προηγηθεί διαζύγιο.
Καλό είναι να μεγαλώνουν τα κόμματα. Αλλά άλλο διεύρυνση και άλλο πολιτικό recycling με δελτίο Τύπου.
Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, εμφανίζεται και το δίδυμο Κασσελάκη – Χριστοδουλάκη, με τον βουλευτή του ΠΑΣΟΚ να πηγαίνει στην εκπομπή του αρχηγού άλλου κόμματος. Τι ακριβώς είναι αυτό; Θεσμικός διάλογος; Προσωπικό άνοιγμα; Επικοινωνιακό φλερτ; Ή άλλη μία απόδειξη ότι στην Κεντροαριστερά κανείς δεν ξέρει πού αρχίζει το κόμμα του και πού τελειώνει η προσωπική του στρατηγική;
Η ουσία είναι μία: η Κεντροαριστερά δεν έχει έλλειψη προσώπων. Έχει έλλειψη σοβαρότητας. Δεν της λείπουν οι μεταγραφές. Της λείπει το αφήγημα. Δεν της λείπουν οι αρχηγοί. Της λείπει η αξιοπιστία.
Γιατί αντιπολίτευση δεν γίνεται με μαλλιοτραβήγματα, καρέκλες, προσωπικές διαδρομές και εσωτερικά ξεκαθαρίσματα. Γίνεται με καθαρό λόγο, σχέδιο, κοινωνική γείωση και πολιτικό θάρρος.
Ο κόσμος δεν ενδιαφέρεται ποιος θα πάρει ποιο γραφείο, ποιος θα μπει σε ποιο ψηφοδέλτιο και ποιος θα εμφανιστεί σε ποια εκπομπή.
Ο κόσμος ρωτάει κάτι απλούστερο και πιο σκληρό:
Ποιος μπορεί να κυβερνήσει;
Ποιος μπορεί να συγκρουστεί με το σύστημα χωρίς να γίνει μέρος του;
Ποιος έχει σχέδιο για τη χώρα και όχι απλώς σχέδιο για την καρέκλα του;
Μέχρι να απαντηθούν αυτά, η Κεντροαριστερά θα συνεχίσει να ψάχνει αρχηγό, αφήγημα και… λίγη αξιοπρέπεια.

