Ο δασολόγος Παύλος Κωνσταντινίδης εξηγεί πώς γεννήθηκε μία από τις πιο επίμονες αφηγήσεις των ελληνικών πυρκαγιών – Τι κάνει πραγματικά η θερμότητα στους κώνους του πεύκου και ποια κρίσιμη επιστημονική λεπτομέρεια δεν πρέπει να χαθεί
Κάθε φορά που ένα πευκοδάσος παραδίδεται στις φλόγες, η ίδια εικόνα επιστρέφει στη δημόσια συζήτηση: κουκουνάρια που «σκάνε», εκτοξεύονται σαν βλήματα και μεταφέρουν τη φωτιά εκατοντάδες μέτρα μακριά.
Η εικόνα είναι ισχυρή. Είναι εύκολη. Και εξηγεί μέσα σε λίγες λέξεις ένα φαινόμενο τρομακτικό και πολύ πιο σύνθετο: τη δημιουργία νέων εστιών μπροστά από το κύριο μέτωπο μιας δασικής πυρκαγιάς.
Μόνο που η κουκουνάρα δεν διαθέτει μηχανισμό εκτόξευσης. Δεν λειτουργεί σαν φυσική χειροβομβίδα και δεν «πυροβολείται» από το δέντρο επειδή θερμάνθηκε.
Αυτό επισημαίνει σε εκτενή ανάρτησή του ο δασολόγος, διδάκτορας και πρώην ερευνητής του Ινστιτούτου Δασικών Ερευνών Θεσσαλονίκης Παύλος Κωνσταντινίδης, επιχειρώντας να αποδομήσει έναν μύθο που επιβιώνει εδώ και περίπου 45 χρόνια.
Η επιστημονική αλήθεια, πάντως, χρειάζεται μία λεπτή αλλά ουσιώδη διάκριση: ο κώνος δεν εκρήγνυται και δεν αυτοεκτοξεύεται, όμως τμήματα κώνων –και σπανιότερα ολόκληροι κώνοι– μπορούν υπό ακραίες συνθήκες να αποκολληθούν και να λειτουργήσουν ως καιόμενα υλικά.
Οι νέες εστίες προκαλούνται από τις καύτρες που μεταφέρει ο άνεμος, όχι από κάποιον «εκρηκτικό μηχανισμό» του πεύκου.
Η φράση που έμεινε από το καλοκαίρι του 1981
Ο Παύλος Κωνσταντινίδης τοποθετεί τη γέννηση της γνωστής αφήγησης στο καλοκαίρι του 1981, όταν μεγάλη πυρκαγιά έπληξε τη βόρεια Αττική και έφτασε στις παρυφές του αστικού ιστού.
Πρωθυπουργός ήταν τότε ο Γεώργιος Ράλλης. Σύμφωνα με την προσωπική μαρτυρία του δασολόγου, ο οποίος βρισκόταν εκείνη την περίοδο στην Αθήνα ως πρωτοδιορισμένος και είχε εμπλακεί στην αντιμετώπιση των πυρκαγιών, ο πρωθυπουργός ενημερώθηκε ότι η φωτιά μεταδιδόταν από κουκουνάρια που εκτοξεύονταν σε μεγάλες αποστάσεις και επανέλαβε την εξήγηση στους δημοσιογράφους.
Η αναφορά πέρασε στον Τύπο και στη συνέχεια στη συλλογική μνήμη. Η ίδια ιστορία καταγράφηκε μεταγενέστερα στον δημόσιο λόγο με τον σκωπτικό όρο «κουκουνάγες», ο οποίος συνδέθηκε πολιτικά με τις καταστροφικές φωτιές της εποχής.
Το διαθέσιμο αρχειακό υλικό επιβεβαιώνει τη μεγάλη πυρκαγιά της 4ης Αυγούστου 1981 και τη δημόσια παρέμβαση του Γεωργίου Ράλλη. Δεν τεκμηριώνει, όμως, ποιος ακριβώς τον ενημέρωσε ούτε την ακριβή διαδρομή της συγκεκριμένης φράσης.
Αυτό το μέρος της αφήγησης πρέπει, συνεπώς, να αποδίδεται στον Παύλο Κωνσταντινίδη ως προσωπική ανάμνηση και όχι ως πλήρως διασταυρωμένο ιστορικό περιστατικό.
Το βέβαιο είναι ότι η εικόνα ρίζωσε.
Και κάθε καλοκαίρι επιστρέφει.
Το κουκουνάρι δεν είναι καρπός – Είναι η αποθήκη της επόμενης γενιάς
Για να κατανοηθεί τι συμβαίνει στη φωτιά, πρέπει πρώτα να ξεκαθαριστεί τι είναι το κουκουνάρι.
Τα πεύκα είναι γυμνόσπερμα φυτά και δεν παράγουν καρπούς με τη βοτανική έννοια. Το γνωστό κουκουνάρι είναι ο ώριμος θηλυκός κώνος, μέσα στον οποίο σχηματίζονται και προστατεύονται οι σπόροι.
Στη χαλέπιο και στην τραχεία πεύκη, είδη προσαρμοσμένα στο μεσογειακό περιβάλλον, ένα μέρος των ώριμων κώνων παραμένει κλειστό πάνω στα κλαδιά για χρόνια.
Έτσι δημιουργείται μία εναέρια τράπεζα σπόρων: ένα απόθεμα ζωής που περιμένει την κατάλληλη στιγμή για να απελευθερωθεί.
Το φαινόμενο ονομάζεται σεροτινία ή βραδυχωρία.
Η στρατηγική αυτή είναι κρίσιμη επειδή η χαλέπιος πεύκη, σε αντίθεση με πολλούς μεσογειακούς θάμνους, δεν αναβλαστάνει μετά την ολοκληρωτική καταστροφή της. Η μεταπυρική αναγέννησή της εξαρτάται από τους σπόρους που είχαν ήδη αποθηκευτεί στην κόμη.
Η φωτιά σκοτώνει το ώριμο δέντρο, αλλά η θερμότητα μπορεί να ανοίξει τους προστατευμένους κώνους. Μετά το πέρασμα του μετώπου, οι σπόροι πέφτουν σε έδαφος με λιγότερο ανταγωνισμό και μπορούν, εφόσον οι συνθήκες το επιτρέψουν, να δημιουργήσουν το επόμενο δάσος.
Η θερμότητα ανοίγει τα λέπια – Δεν πυροδοτεί έκρηξη
Οι κλειστοί κώνοι συγκρατούνται από τη δομή των ξυλωδών λεπιών και, σε αρκετές περιπτώσεις, από ρητινώδεις δεσμούς.
Όταν αυξηθεί αρκετά η θερμοκρασία και μειωθεί η υγρασία, οι δεσμοί εξασθενούν και οι ιστοί παραμορφώνονται. Τα λέπια κάμπτονται προς τα έξω και ο κώνος ανοίγει.
Αυτός είναι μηχανισμός ξήρανσης και μηχανικής τάσης.
Δεν είναι έκρηξη.
Το άνοιγμα μπορεί να συνοδεύεται από έντονους κρότους. Μέσα στον θόρυβο της πυρκαγιάς, μαζί με τα κλαδιά που σπάνε και την κόμη που καταρρέει, οι ήχοι δημιουργούν πράγματι την αίσθηση συνεχών μικρών εκρήξεων.
Από εκεί μέχρι την εικόνα της κουκουνάρας που εκτοξεύεται σαν βλήμα, η απόσταση στη λαϊκή φαντασία ήταν μικρή.
Οι σπόροι, αντίθετα, είναι πράγματι κατασκευασμένοι για να ταξιδεύουν. Διαθέτουν μικρό πτερύγιο και διασπείρονται με τον άνεμο αφού ανοίξει ο κώνος.
Η απελευθέρωσή τους δεν απαιτεί πάντοτε πυρκαγιά. Έρευνα για τη χαλέπιο πεύκη έχει δείξει ότι σημαντικό μέρος της ετήσιας παραγωγής μπορεί να απελευθερωθεί και κατά τη διάρκεια θερμών και εξαιρετικά ξηρών επεισοδίων, μέσω του φαινομένου που ονομάζεται xeriscence.
Τότε τι ανάβει τις νέες φωτιές μπροστά από το μέτωπο;
Οι νέες εστίες είναι πραγματικές.
Η λανθασμένη εξήγηση δεν σημαίνει ότι το φαινόμενο δεν υπάρχει.
Σε μία ισχυρή πυρκαγιά, ανοδικά ρεύματα και άνεμος μεταφέρουν φλεγόμενα ή πυρακτωμένα κομμάτια βλάστησης: φλοιούς, λεπτά κλαδιά, φύλλα, βελόνες και άλλα θραύσματα.
Αυτά είναι τα λεγόμενα firebrands, οι καύτρες που μπορούν να περάσουν δρόμους, αντιπυρικές ζώνες ή άλλα εμπόδια και να ανάψουν νέα εστία εκεί όπου θα βρουν δεκτική, ξηρή καύσιμη ύλη.
Εδώ βρίσκεται και η αναγκαία διόρθωση στην απόλυτη εκδοχή του μύθου.
Εργαστηριακές μελέτες για τα μεσογειακά δάση έχουν δείξει ότι λέπια κώνων χαλεπίου πεύκης, όταν πέφτουν ενώ ακόμη φλέγονται, μπορούν να αναφλέξουν καύσιμη ύλη. Άλλη έρευνα σημειώνει ότι ολόκληροι κώνοι κωνοφόρων δεν αποτελούν συνηθισμένη καύτρα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η μεταφορά τους είναι φυσικά αδύνατη σε κάθε περίπτωση.
Άρα η σωστή διατύπωση δεν είναι «τα κουκουνάρια εκρήγνυνται και εκτοξεύονται», αλλά ούτε και «κανένα τμήμα κουκουναριού δεν μπορεί ποτέ να μεταφέρει φωτιά».
Η σωστή εξήγηση είναι ότι ο κώνος ανοίγει με τη θερμότητα για να απελευθερώσει σπόρους, ενώ η μετάδοση της πυρκαγιάς σε απόσταση γίνεται μέσω της μεταφοράς καιόμενων υλικών από τον άνεμο και τη στήλη μεταφοράς.
Ανάμεσα σε αυτά μπορεί να υπάρχουν και λέπια ή, σπανιότερα, κώνοι – όχι επειδή εξερράγησαν, αλλά επειδή αποκολλήθηκαν και παρασύρθηκαν.
Τα πεύκα δεν είναι «εμπρηστικοί μηχανισμοί»
Η παρανόηση δεν είναι αθώα όταν χρησιμοποιείται για να στηρίξει το σύνθημα «να εξαφανίσουμε τα πεύκα».
Τα πευκοδάση έχουν συγκεκριμένη οικολογία, καύσιμη δομή και ανάγκες διαχείρισης. Η συζήτηση για πρόληψη, αραίωση, απομάκρυνση συσσωρευμένης νεκρής βιομάζας, ζώνες προστασίας οικισμών και ασφαλή πρόσβαση των δυνάμεων πυρόσβεσης είναι αναγκαία.
Η δαιμονοποίηση ενός ολόκληρου είδους, όμως, δεν αποτελεί δασική πολιτική.
Η επιστήμη δεν έχει ανάγκη από θεαματικές εικόνες ούτε από απόλυτα συνθήματα.
Η κουκουνάρα δεν είναι χειροβομβίδα. Δεν εκρήγνυται και δεν εκτοξεύεται μόνη της από το δέντρο. Είναι ο αναπαραγωγικός κώνος που προστατεύει τους σπόρους μιας νέας γενιάς.
Και μέσα στη φωτιά, όπως σχεδόν όλα στη φύση, δεν είναι ούτε μύθος ούτε τέρας.
Είναι ένας μηχανισμός επιβίωσης – που πρέπει να περιγράφεται με ακρίβεια.

