Τα γεγονότα στα Βορίζα, όπως και κάθε αιματηρό περιστατικό που συγκλονίζει την Κρήτη, έγιναν για άλλη μια φορά αφορμή να ξεσπάσει ένας καταιγισμός υπεραπλουστευμένων σχολίων, φτηνής δραματοποίησης και επικίνδυνων γενικεύσεων. Μέσα ενημέρωσης, σχολιαστές, αλλά και πολιτικοί παράγοντες, έσπευσαν να κατασκευάσουν ένα ακόμη αφήγημα περί «βεντέτας» και «κρητικής αγριότητας».
Η επιμονή αυτής της ρητορικής δεν είναι τυχαία. Όταν η κοινωνία απαιτεί εξηγήσεις για τη βία, οι υπεύθυνοι θεσμοί σπεύδουν να μεταθέσουν την ευθύνη «στους Κρητικούς», στις «παραδόσεις» ή στους «τοπικούς χαρακτήρες». Έτσι, το πρόβλημα αποπολιτικοποιείται, η πραγματική εξουσία παραμένει στο απυρόβλητο, και η συζήτηση εγκλωβίζεται στην τηλεοπτική εικόνα.
Η ΒΙΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΑΡΑΔΟΣΗ — ΕΙΝΑΙ ΠΑΡΑΛΕΙΨΗ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ
Η βία στην Κρήτη δεν είναι ζήτημα «κουλτούρας». Είναι ζήτημα πολιτικής εγκατάλειψης.
Εδώ και δεκαετίες, ολόκληρες περιοχές ζουν στο περιθώριο της κρατικής παρουσίας — όχι μόνο σε επίπεδο αστυνόμευσης, αλλά σε επίπεδο παιδείας, υποδομών, κοινωνικής μέριμνας και θεσμικής εμπιστοσύνης.
Όταν το κράτος απουσιάζει, άλλες «αρχές» γεμίζουν το κενό: η οικογένεια, το σόι, η τοπική δύναμη, ο ισχυρός. Και εκεί όπου η νομιμότητα χάνει το κύρος της, η αυτοδικία παρουσιάζεται ως «δικαιοσύνη».
Η βεντέτα, λοιπόν, δεν είναι η αιτία — είναι το σύμπτωμα μιας χρόνιας πολιτικής αποτυχίας. Ενός κράτους που θυμάται την επαρχία μόνο όταν συμβεί το κακό και ξεχνά την πρόληψη, την εκπαίδευση, την κοινωνική συνοχή.
ΟΙ ΠΟΛΙΤΙΚΟΙ ΠΡΟΣΤΑΤΕΣ ΤΗΣ ΑΝΟΜΙΑΣ
Υπάρχουν, βεβαίως, και πιο απτές ευθύνες. Κάθε κυβέρνηση, κάθε κόμμα, κάθε τοπικός παράγοντας γνωρίζει πολύ καλά ότι πίσω από την οπλοκατοχή, τη διακίνηση όπλων και την τοπική βία, υπάρχει ένα δίκτυο συμφερόντων και συναλλαγής.
Οι ίδιες οικογένειες που «κρατούν» οπλοστάσια εμφανίζονται κάθε προεκλογική περίοδο να στηρίζουν συγκεκριμένους πολιτικούς. Οι τοπικοί παράγοντες που «γνωρίζουν τα πάντα» σιωπούν, γιατί χρειάζονται τις ψήφους των δυνατών. Οι τοπικοί αστυνομικοί συχνά γνωρίζουν ποιοι είναι οπλισμένοι, αλλά αποφεύγουν τη σύγκρουση – όχι από φόβο, αλλά από πολιτικές εντολές ή πελατειακές σχέσεις.
Η πολιτική εξουσία δεν αγνοεί τη βία. Την ανέχεται, γιατί την ελέγχει και την κεφαλαιοποιεί πολιτικά. Όταν το κράτος επιτρέπει να διακινούνται σφαίρες στα πανηγύρια, να φωτογραφίζονται βουλευτές δίπλα σε ένοπλους «νοικοκυραίους» και να βαφτίζεται η ανομία «παράδοση», τότε δεν έχουμε πρόβλημα Κρήτης· έχουμε πρόβλημα Δημοκρατίας.
Ο ΡΟΛΟΣ ΤΩΝ ΜΕΣΩΝ: ΣΥΝΕΝΟΧΟΙ Ή ΑΝΑΧΩΜΑ;
Απέναντι σε όλα αυτά, τα μέσα ενημέρωσης έχουν διαλέξει τον εύκολο δρόμο.
Αντί να ερευνήσουν τις πολιτικές ρίζες του φαινομένου, προτιμούν την εικόνα του «αιματοβαμμένου νησιού». Επαναλαμβάνουν ιστορίες χωρίς πλαίσιο, συνδέουν άκριτα κάθε περιστατικό με τη λέξη «βεντέτα», και ρίχνουν στο ίδιο τσουβάλι ολόκληρες κοινότητες.
Αυτό δεν είναι δημοσιογραφία — είναι πολιτική συνενοχή μέσω της αμορφωσιάς.
Γιατί κάθε φορά που ο δημοσιογράφος αναπαράγει το στερεότυπο, απαλλάσσει τους πραγματικούς υπεύθυνους.
Και κάθε φορά που η είδηση παρουσιάζεται σαν τηλεοπτικό δράμα, το κοινό μαθαίνει να θεωρεί τη βία «αναπόφευκτη» — άρα και ανεκτή.
Η δημοσιογραφία, αν θέλει να τιμά το ρόλο της, πρέπει να δείχνει προς τα πάνω, όχι προς τα κάτω. Να ερευνά ποιοι εξοπλίζουν, ποιοι καλύπτουν, ποιοι ψηφοθηρούν. Όχι να δείχνει το δάχτυλο στους κατοίκους των χωριών.
ΟΙ ΚΟΙΝΩΝΙΕΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ΩΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ
Η Κρήτη, όπως και πολλές άλλες περιοχές της Ελλάδας, είναι καθρέφτης της πολιτικής κουλτούρας μας.
Εκεί όπου το κράτος λειτουργεί επιλεκτικά, όπου η δικαιοσύνη είναι αργή και η πολιτική εξουσία συναλλάσσεται με τοπικούς μηχανισμούς, η κοινωνία αναπτύσσει δικές της ισορροπίες. Δεν είναι «κρητικό φαινόμενο» — είναι ελληνικό φαινόμενο.
Η «βεντέτα» είναι το ακραίο αποτέλεσμα μιας κουλτούρας ανοχής, όπου οι ισχυροί επιβιώνουν και οι θεσμοί σωπαίνουν.
Αν η πολιτεία θέλει να σπάσει αυτόν τον κύκλο, πρέπει να τολμήσει να συγκρουστεί με τα δίκτυα εξουσίας που για δεκαετίες κρατούν την Κρήτη (και όχι μόνο) σε ένα καθεστώς «παραδοσιακής» ανομίας. Να ενισχύσει την εκπαίδευση, την κοινωνική εμπιστοσύνη, τη δικαιοσύνη και τη διαφάνεια. Όχι να θυμάται τα χωριά μόνο όταν πέφτουν σφαίρες.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ: ΝΑ ΣΤΑΜΑΤΗΣΟΥΜΕ ΝΑ ΚΡΥΒΟΜΑΣΤΕ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΑ ΣΤΕΡΕΟΤΥΠΑ
Η Κρήτη δεν χρειάζεται υπεράσπιση — χρειάζεται δικαιοσύνη, αξιοπρέπεια και σεβασμό.
Οι κάτοικοί της δεν είναι οι θύτες μιας κουλτούρας βίας, αλλά τα θύματα ενός πολιτικού και επικοινωνιακού συστήματος που βολεύεται να μιλά για «παραδόσεις» αντί για ευθύνες.
Αν θέλουμε να αντιμετωπίσουμε τη βία, πρέπει πρώτα να αποκαλύψουμε ποιος τη συντηρεί.
Και αν θέλουμε να υπάρξει αλλαγή, πρέπει επιτέλους να σταματήσουμε να κρύβουμε την ανικανότητα των θεσμών πίσω από τη λέξη «βεντέτα».
Η Κρήτη — όπως και κάθε τόπος — αξίζει να την κοιτάμε με πολιτική ειλικρίνεια, όχι με τηλεοπτική υποκρισία.

