Άλλοι έφαγαν, άλλοι ήπιαν, άλλοι την κοπάνησαν την ώρα του λογαριασμού. Και στο τέλος βρέθηκε ένας να πληρώσει τη ζημιά — και να του ζητούν και τα ρέστα.
Υπάρχουν ιστορίες της νιότης που δεν είναι απλώς αναμνήσεις. Είναι πολιτικά μαθήματα. Μικρές σκηνές ζωής που, χρόνια μετά, εξηγούν καλύτερα από χίλιες αναλύσεις πώς λειτουργεί μια χώρα, ένα σύστημα, μια κοινωνία που έμαθε να τρώει, να πίνει και να εξαφανίζεται όταν έρχεται η λυπητερή.
Κάπως έτσι θυμάμαι μια βραδιά από τα φοιτητικά μου χρόνια. Και κάπως έτσι εξηγώ γιατί υποστηρίζω τον Τσίπρα.
Την εποχή που ήμουν φοιτητής, βρέθηκα ένα βράδυ καλεσμένος από έναν συγχωριανό μου, που τον συνάντησα τυχαία, σε μια παρέα σε ταβέρνα του Πειραιά.
Δεν είχα κάτι καλύτερο να κάνω και δέχτηκα.
Εγώ, μαθημένος στα σουβλάκια του Κάβουρα και στις μακαρονάδες του Δούρειου Ίππου στα Εξάρχεια όπου έμενα, εντυπωσιάστηκα από το κιμπαριλίκι της παρέας. Παραγγελίες μεγάλες, πιάτα το ένα πίσω από το άλλο, ρετσίνες, μεζέδες, φωνές, γέλια, αρχοντιά.
Μόνο που μέσα μου έκανα λογαριασμούς.
Γιατί τα χρήματα ήταν μετρημένα. Έπρεπε να βγει ο μήνας. Έπρεπε να πληρωθεί το ενοίκιο. Έπρεπε να πληρωθούν τα κοινόχρηστα. Έπρεπε να μείνει κάτι και για τις επόμενες μέρες.
Η βραδιά κυλούσε εύθυμα. Η ρετσίνα έρεε άφθονη. Τα παιδιά φώναζαν συνεχώς «φέρε κι αυτό», «φέρε κι εκείνο». Κι εγώ, κάθε τόσο, έλεγα στον συγχωριανό μου με αγωνία:
«Κάντε λίγο κράτει».
Αλλά ποιος άκουγε;
Κάποια στιγμή, μετά τα μεσάνυχτα, ένας από την παρέα σηκώθηκε δήθεν να πάει στην τουαλέτα. Άργησε. Ο συγχωριανός μου προσφέρθηκε να πάει να δει μήπως έπαθε τίποτα, επειδή ήταν πιωμένος. Σε λίγα λεπτά σηκώθηκαν και οι άλλοι τρεις, χωρίς καν να μπουν στον κόπο να πουν μια δικαιολογία.
Και εξαφανίστηκαν.
Έμεινα μόνος, αποσβολωμένος, στην καρέκλα.
Οι άνθρωποι της ταβέρνας κατάλαβαν αμέσως ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Και μου έφεραν τον λογαριασμό.
Τη λυπητερή.
Πήγε το ενοίκιο. Πήγαν τα κοινόχρηστα. Πήγαν οι λογαριασμοί. Πήγαν όλα. Και περίμενα να ξημερώσει για να πάρω το πρώτο λεωφορείο, γιατί χρήματα για ταξί δεν είχαν απομείνει.
Μετά από καιρό ξανασυνάντησα τον συγχωριανό μου. Φυσικά, τον έβρισα για το κάζο που μου είχαν στήσει.
Εκείνος απόρησε.
«Καλά ρε, είσαι τόσο μ@λάκας; Κάθισες και πλήρωσες; Δεν την κοπάνησες όπως όλοι; Εμείς με αυτό το κόλπο περνάμε τον τελευταίο καιρό τη ζωή μας».
Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα κάτι που χρόνια αργότερα θα το έβλεπα μπροστά μου σε εθνική κλίμακα.
Ότι υπάρχουν άνθρωποι, παρέες, συστήματα, κόμματα, συμφέροντα και μηχανισμοί που ξέρουν μόνο να παραγγέλνουν. Να τρώνε. Να πίνουν. Να κάνουν τους άρχοντες με ξένα λεφτά. Και όταν έρθει ο λογαριασμός, να εξαφανίζονται από την πίσω πόρτα.
Και μετά να γελάνε με αυτόν που έμεινε πίσω και πλήρωσε.
Γι’ αυτό υποστηρίζω τον Τσίπρα.
Όχι από τυφλή λατρεία. Όχι επειδή πιστεύω ότι δεν έκανε λάθη. Όχι επειδή θεωρώ πως όλα έγιναν τέλεια.
Αλλά από αλληλεγγύη.
Γιατί άλλοι έφαγαν τον άμπακο. Άλλοι ήπιαν τον αγλέουρα. Άλλοι έστησαν το τραπέζι της χρεοκοπίας, της διαπλοκής, της σπατάλης, της πολιτικής αλαζονείας και της πελατειακής παρακμής.
Και όταν ήρθε η λυπητερή, την έστειλαν σε αυτόν.
Και το πιο εξοργιστικό;
Του ζητούν και τα ρέστα.
Τον δείχνουν με το δάχτυλο αυτοί που είχαν μάθει μια ζωή να την κοπανάνε την ώρα του λογαριασμού. Αυτοί που παρίσταναν τους υπεύθυνους, αλλά εξαφανίζονταν πάντα όταν έπρεπε να πληρωθεί το κόστος. Αυτοί που έτρωγαν στα τραπέζια της εξουσίας και μετά έκαναν πως δεν ξέρουν ποιος παράγγειλε.
Η πολιτική, όμως, δεν κρίνεται μόνο από το ποιος έφερε τον λογαριασμό.
Κρίνεται και από το ποιος έμεινε στο τραπέζι όταν όλοι οι άλλοι είχαν φύγει.
Και η Ιστορία, αργά ή γρήγορα, θα ξεχωρίσει τους συνδαιτυμόνες από εκείνον που πλήρωσε.
Γιατί η μεγαλύτερη απάτη δεν είναι η λυπητερή.
Η μεγαλύτερη απάτη είναι να σου την φορτώνουν αυτοί που έφαγαν πρώτοι.

