Η άρση της μονιμότητας παρουσιάζεται ως «μαγική λύση». Στην πραγματικότητα, χωρίς θεσμικές εγγυήσεις, μπορεί να γίνει το απόλυτο εργαλείο κομματικού ελέγχου.
Το ερώτημα ακούγεται απλό: θα επιλύσει η άρση της μονιμότητας τα προβλήματα στο Δημόσιο;
Η απάντηση, όμως, δεν είναι καθόλου απλή. Και σίγουρα δεν χωράει στα εύκολα συνθήματα περί «τεμπέληδων δημοσίων υπαλλήλων» από τη μία ή περί «ιερής μονιμότητας» από την άλλη.
Το ελληνικό Δημόσιο έχει σοβαρά προβλήματα. Καθυστερήσεις, γραφειοκρατία, κακή αξιολόγηση υπηρεσιών, ευθυνοφοβία, αδιαφάνεια, πελατειακές λογικές, διοικήσεις που αλλάζουν με την πολιτική συγκυρία. Όμως το κρίσιμο ερώτημα είναι άλλο: αυτά τα προβλήματα τα δημιούργησε η μονιμότητα ή τα δημιούργησε ο τρόπος με τον οποίο τα κόμματα κυβέρνησαν το κράτος;
Η μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων κατοχυρώνεται στο άρθρο 103 του Συντάγματος, το οποίο ορίζει ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι υπηρετούν τον λαό και οφείλουν πίστη στο Σύνταγμα. Το ίδιο άρθρο προβλέπει ότι οι υπάλληλοι που κατέχουν οργανικές θέσεις είναι μόνιμοι όσο οι θέσεις αυτές υπάρχουν, αλλά δεν τους καθιστά άτρωτους ή ανεξέλεγκτους.
Εδώ βρίσκεται η μεγάλη παρεξήγηση. Μονιμότητα δεν σημαίνει ασυλία. Δεν σημαίνει ότι ένας δημόσιος υπάλληλος μπορεί να παρανομεί, να αδιαφορεί ή να βλάπτει το δημόσιο συμφέρον χωρίς συνέπειες. Το ίδιο το ισχύον συνταγματικό πλαίσιο επιτρέπει παύση υπαλλήλων με δικαστικές αποφάσεις ή αποφάσεις υπηρεσιακών συμβουλίων, όπως επισημαίνεται και σε συνταγματικές αναλύσεις για το άρθρο 103.
Άρα το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι ότι «δεν υπάρχει τρόπος» να ελεγχθεί ή να απομακρυνθεί ένας ανεπαρκής ή επίορκος υπάλληλος. Το πρόβλημα είναι αν το κράτος θέλει, μπορεί και τολμά να εφαρμόσει τους μηχανισμούς που ήδη διαθέτει.
Το εύκολο σύνθημα και η δύσκολη αλήθεια
Η άρση της μονιμότητας ακούγεται ελκυστική σε μια κοινωνία κουρασμένη από την ταλαιπωρία στις δημόσιες υπηρεσίες. Ο πολίτης που περιμένει μήνες για μια υπόθεση, που χάνεται σε γκισέ, πλατφόρμες και υπογραφές, είναι λογικό να θυμώνει. Και πάνω σε αυτόν τον θυμό πατάει το σύνθημα: «Να φύγει η μονιμότητα για να δουλέψει το Δημόσιο».
Μόνο που το Δημόσιο δεν θα γίνει αποτελεσματικό επειδή ο υπάλληλος θα φοβάται την απόλυση. Θα γίνει αποτελεσματικό όταν υπάρχουν καθαρές αρμοδιότητες, πραγματική αξιολόγηση, ηλεκτρονικές διαδικασίες, διαφάνεια, λογοδοσία προϊσταμένων, ανεξάρτητα υπηρεσιακά συμβούλια και πολιτικές ηγεσίες που δεν χρησιμοποιούν το κράτος ως λάφυρο.
Αν καταργήσεις τη μονιμότητα χωρίς να χτυπήσεις το πελατειακό κράτος, δεν δημιουργείς καλύτερο Δημόσιο. Δημιουργείς πιο φοβισμένο Δημόσιο.
Και ένας φοβισμένος υπάλληλος δεν υπηρετεί απαραίτητα καλύτερα τον πολίτη. Μπορεί απλώς να κοιτάζει ποιος υπουργός, ποιος δήμαρχος, ποιος γενικός γραμματέας ή ποιο κομματικό γραφείο έχει σήμερα την εξουσία να τον μετακινήσει, να τον υποβαθμίσει ή να τον πετάξει έξω.
Το Δημόσιο δεν χρειάζεται ασυλία. Χρειάζεται ανεξαρτησία και ευθύνη
Η μονιμότητα θεσπίστηκε ως εγγύηση απέναντι στην κομματική αυθαιρεσία. Όχι για να προστατεύει την ανικανότητα, αλλά για να προστατεύει τη διοίκηση από τις κυβερνητικές εναλλαγές, τις πολιτικές πιέσεις και τις πελατειακές εκκαθαρίσεις.
Αν αύριο ένας ελεγκτής, ένας υπάλληλος πολεοδομίας, ένας οικονομικός επιθεωρητής, ένας υπάλληλος σε δημόσια σύμβαση ή ένας διοικητικός λειτουργός ξέρει ότι η εργασιακή του τύχη εξαρτάται από την εκάστοτε πολιτική ηγεσία, τότε ποιος θα τον προστατεύσει όταν αρνηθεί να κάνει ρουσφέτι; Ποιος θα τον προστατεύσει όταν πει «όχι» σε παράνομη εντολή; Ποιος θα τον προστατεύσει όταν συγκρουστεί με ισχυρά συμφέροντα;
Αυτό είναι το ζήτημα που συχνά κρύβεται κάτω από τον θόρυβο. Δεν συζητάμε μόνο για εργασιακό καθεστώς. Συζητάμε για τη σχέση διοίκησης, πολιτικής εξουσίας και κράτους δικαίου.
Η κυβέρνηση έχει ανοίξει τη συζήτηση για τη συνταγματική αναθεώρηση και, σύμφωνα με πρόσφατα δημοσιεύματα, στο τραπέζι βρίσκεται και το άρθρο 103, με αναφορές σε επανακαθορισμό της μονιμότητας και σύνδεσή της με αξιολόγηση. Αυτό ακριβώς κάνει τη συζήτηση κρίσιμη: άλλο αξιολόγηση με αντικειμενικά, ανεξάρτητα και διαφανή κριτήρια· άλλο αξιολόγηση ως πρόσχημα για απολύσεις, πειθαρχήσεις ή κομματική ανακύκλωση προσωπικού.
Το ερώτημα που κανείς δεν απαντά
Ποιος θα αξιολογεί;
Με ποια κριτήρια;
Με ποια εγγύηση ανεξαρτησίας;
Με ποιο δικαίωμα προσφυγής;
Με ποια προστασία απέναντι σε πολιτικές παρεμβάσεις;
Με ποια ευθύνη των ίδιων των διοικήσεων όταν οι υπηρεσίες αποτυγχάνουν;
Γιατί είναι εύκολο να δείχνεις τον υπάλληλο στο γκισέ. Είναι πολύ δυσκολότερο να δείχνεις το υπουργείο που δεν οργάνωσε την υπηρεσία, τον δήμο που δεν στελέχωσε τη δομή, την κυβέρνηση που άλλαξε πέντε φορές το οργανόγραμμα, τον διοικητή που τοποθετήθηκε με κομματικό κριτήριο, τον νόμο που γράφτηκε πρόχειρα και την ψηφιακή πλατφόρμα που δεν λειτουργεί.
Το Δημόσιο δεν αποτυγχάνει μόνο από κάτω. Πολύ συχνά αποτυγχάνει από πάνω.
Η πραγματική μεταρρύθμιση
Αν η πολιτεία θέλει πραγματική μεταρρύθμιση, δεν χρειάζεται πρώτα να σηκώσει το λάβαρο της άρσης μονιμότητας. Χρειάζεται να απαντήσει σε πέντε βασικά ζητήματα:
Πρώτον, αξιολόγηση όλων — όχι μόνο των υπαλλήλων, αλλά και των προϊσταμένων, των διοικήσεων, των υπουργείων και των πολιτικών αποφάσεων.
Δεύτερον, επιτάχυνση των πειθαρχικών διαδικασιών για όσους πραγματικά παρανομούν ή αδιαφορούν.
Τρίτον, προστασία των υπαλλήλων που αντιστέκονται σε παράνομες εντολές και κομματικές πιέσεις.
Τέταρτον, αξιοκρατικές κρίσεις στελεχών και όχι τοποθετήσεις «ημετέρων».
Πέμπτον, μετρήσιμη ποιότητα υπηρεσιών προς τον πολίτη, με σαφή χρονοδιαγράμματα και δημόσια λογοδοσία.
Χωρίς αυτά, η άρση της μονιμότητας δεν είναι μεταρρύθμιση. Είναι πολιτικό σύνθημα με επικίνδυνη θεσμική ουρά.
Το Δημόσιο δεν θα σωθεί αν ο υπάλληλος γίνει όμηρος της εκάστοτε εξουσίας.
Θα σωθεί όταν η εξουσία πάψει να αντιμετωπίζει το Δημόσιο ως ιδιοκτησία της.
Η μονιμότητα δεν πρέπει να είναι καταφύγιο ανικανότητας. Αλλά ούτε και η κατάργησή της πρέπει να γίνει όπλο κομματικής πειθαρχίας.
Γιατί το μεγάλο πρόβλημα της Ελλάδας δεν ήταν ποτέ μόνο ο μόνιμος υπάλληλος. Ήταν το μόνιμο πελατειακό κράτος. Και αυτό, δυστυχώς, κανείς δεν βιάζεται πραγματικά να απολύσει.

