Η Νέα Δημοκρατία μπαίνει πλέον στον εμφύλιο που επί χρόνια προσπαθούσε να κρύψει κάτω από το χαλί.
Όχι σε έναν απλό καβγά στελεχών. Όχι σε μια συνηθισμένη εσωκομματική γκρίνια. Αλλά σε μια προσωπική, πολιτική και ιδεολογική σύγκρουση κορυφής: Αντώνης Σαμαράς απέναντι σε Κυριάκο Μητσοτάκη.
Και το πρόβλημα για το Μαξίμου είναι ότι ο Σαμαράς δεν δείχνει να χτυπά τη βάση της Νέας Δημοκρατίας. Δεν δείχνει να επιτίθεται στον απλό δεξιό ψηφοφόρο. Δεν λέει στον κόσμο της παράταξης «φύγετε από τη Ν.Δ.». Του λέει κάτι πολύ πιο επικίνδυνο για τον Μητσοτάκη:
«Δεν φύγαμε εμείς από τη Νέα Δημοκρατία. Η Νέα Δημοκρατία του Μητσοτάκη έφυγε από εμάς».
Αυτό είναι το πραγματικό πολιτικό ρήγμα.
Ο Σαμαράς επιχειρεί να εμφανιστεί ως ο θεματοφύλακας της παλιάς δεξιάς ταυτότητας της παράταξης, απέναντι σε έναν πρωθυπουργό που κατηγορείται από το εσωτερικό του ίδιου του χώρου του ότι μετέτρεψε τη Ν.Δ. σε ένα προσωποπαγές, κεντρώο, τεχνοκρατικό μόρφωμα εξουσίας.
Και εδώ αρχίζει το πραγματικό ζόρι για το Μαξίμου.
Γιατί η αντιπολίτευση από τα αριστερά, το κέντρο ή τα μικρότερα κόμματα είναι κάτι αναμενόμενο. Το Μαξίμου ξέρει να τη διαχειρίζεται. Έχει μηχανισμούς, επικοινωνία, φιλικά μέσα, πρόθυμες αναλύσεις και την κλασική καραμέλα της «σταθερότητας».
Όταν όμως η φθορά έρχεται από τα δεξιά, από έναν πρώην πρωθυπουργό της ίδιας παράταξης, τότε το αφήγημα αλλάζει. Δεν μιλάμε πια για «λαϊκισμό της αντιπολίτευσης». Μιλάμε για εσωτερική αμφισβήτηση της ίδιας της πολιτικής νομιμοποίησης του Κυριάκου Μητσοτάκη μέσα στον χώρο που τον ανέδειξε.
Ο Σαμαράς ξέρει πολύ καλά πού χτυπά.
Δεν χτυπά τυχαία.
Δεν χτυπά γενικά.
Χτυπά προσωπικά.
Χτυπά στο ζήτημα της ιδεολογικής μετάλλαξης της Ν.Δ.
Χτυπά στα εθνικά θέματα.
Χτυπά στο ζήτημα της ακρίβειας και των μικρομεσαίων.
Χτυπά στα σκάνδαλα.
Χτυπά στη Δικαιοσύνη.
Και κυρίως, ανοίγει ξανά τον φάκελο των υποκλοπών.
Εκεί η σύγκρουση αποκτά άλλο βάρος. Γιατί ένας πρώην πρωθυπουργός που ζητά πλήρη διερεύνηση για την παγίδευσή του με Predator δεν κάνει απλώς πολιτικό θόρυβο. Στέλνει θεσμικό μήνυμα. Και όταν αφήνει να εννοηθεί ότι οι απαντήσεις πρέπει να δοθούν στο ανώτατο πολιτικό επίπεδο, τότε η υπόθεση δεν μένει στη σφαίρα των «τεχνικών ζητημάτων» και των «σκοτεινών κέντρων».
Πηγαίνει κατευθείαν στην πόρτα του Μαξίμου.
Και αυτό είναι που φοβάται περισσότερο η κυβέρνηση. Όχι μόνο τη δημιουργία ενός νέου κόμματος. Όχι μόνο ένα πιθανό 5%, 7% ή και παραπάνω στα δεξιά της Ν.Δ. Φοβάται ότι ο Σαμαράς μπορεί να σπάσει το αφήγημα της ενότητας.
Γιατί μέχρι σήμερα η Ν.Δ. του Μητσοτάκη λειτουργούσε με ένα βασικό επιχείρημα:
«Εμείς είμαστε η μόνη σοβαρή δύναμη εξουσίας».
Μόνο που τώρα έρχεται ένας πρώην πρόεδρος της Ν.Δ. και πρώην πρωθυπουργός και λέει ουσιαστικά:
«Σοβαρότητα δεν είναι η εξουσία χωρίς αρχές. Σοβαρότητα δεν είναι να αλλάζεις την παράταξη και μετά να κατηγορείς όσους αντιδρούν».
Αυτό δεν είναι απλή διαφωνία. Είναι πολιτική αποκαθήλωση.
Το Μαξίμου προσπάθησε για καιρό να παρουσιάσει τον Σαμαρά ως παρελθόν. Ως έναν πρώην πρωθυπουργό που απλώς γκρινιάζει. Ως έναν άνθρωπο που δεν μπορεί να επηρεάσει τις εξελίξεις. Όμως τώρα φαίνεται ότι τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά.
Γιατί ο Σαμαράς δεν χρειάζεται απαραίτητα να πάρει τεράστιο ποσοστό για να κάνει ζημιά. Του αρκεί να κόψει κρίσιμες μονάδες από τη Ν.Δ. Του αρκεί να στερήσει την αυτοδυναμία. Του αρκεί να μετατρέψει τον Μητσοτάκη από κυρίαρχο του παιχνιδιού σε όμηρο των εξελίξεων.
Και εκεί αρχίζει ο πανικός.
Δεν είναι τυχαίες οι αντιδράσεις. Δεν είναι τυχαία η νευρικότητα. Δεν είναι τυχαία τα σχόλια από κυβερνητικά στελέχη και ιστορικά πρόσωπα της οικογένειας Μητσοτάκη. Όταν η Ντόρα Μπακογιάννη επιτίθεται στον Σαμαρά, δεν υπερασπίζεται απλώς τη Νέα Δημοκρατία. Υπερασπίζεται το πολιτικό οικοδόμημα Μητσοτάκη.
Και ο Σαμαράς το ξέρει. Γι’ αυτό και απαντά με προσωπικές αιχμές. Γι’ αυτό και δεν αφήνει το θέμα να γίνει θεωρητική κουβέντα για την παράταξη. Το κάνει αυτό που πραγματικά είναι: σύγκρουση δύο πολιτικών κόσμων.
Από τη μία, η Ν.Δ. του Μητσοτάκη: διαχειριστική, κεντρώα, επικοινωνιακή, προσαρμοσμένη στην εξουσία.
Από την άλλη, ο Σαμαράς που επιχειρεί να εκφράσει το δεξιό ακροατήριο που νιώθει ότι η παράταξη άλλαξε ταυτότητα, ξέχασε τις ρίζες της και έγινε μηχανισμός εξουσίας χωρίς ψυχή.
Το ερώτημα πλέον δεν είναι αν ο Σαμαράς θα ενοχλήσει.
Το ερώτημα είναι πόσο θα πληγώσει.
Γιατί αν ο νέος πολιτικός φορέας προχωρήσει, τότε η Ν.Δ. δεν θα έχει απέναντί της μόνο την αντιπολίτευση. Θα έχει απέναντί της ένα κομμάτι του ίδιου της του εαυτού.
Και αυτό είναι το χειρότερο για κάθε κόμμα εξουσίας:
να μην το ρίχνουν οι αντίπαλοί του, αλλά οι πληγές που το ίδιο άφησε να κακοφορμίσουν.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης πίστεψε ότι μπορούσε να κυβερνά τη Νέα Δημοκρατία σαν προσωπική εταιρεία.
Να διαγράφει, να μετακινεί, να σιωπά, να απορροφά κραδασμούς με επικοινωνιακή διαχείριση και να συνεχίζει.
Μόνο που τώρα απέναντί του δεν έχει έναν απλό διαφωνούντα.
Έχει έναν πρώην πρωθυπουργό που ξέρει το κόμμα, ξέρει τους μηχανισμούς, ξέρει το δεξιό ακροατήριο και ξέρει πού πονάει το Μαξίμου.
Η Νέα Δημοκρατία μπήκε στον εμφύλιο που φοβόταν.
Και αυτή τη φορά δεν είναι Σαμαράς απέναντι στη Ν.Δ.
Είναι Σαμαράς απέναντι στον Μητσοτάκη.
Και αυτό για το Μαξίμου είναι πολύ χειρότερο.

