Οικονομολόγοι, νομικοί και συνταγματολόγοι απέναντι στο μεγάλο ερώτημα της μνημονιακής περιόδου: δεν γνώριζαν ή δεν μίλησαν;
Υπάρχουν στιγμές στην Ιστορία ενός τόπου όπου η σιωπή δεν είναι ουδετερότητα. Είναι θέση. Είναι επιλογή. Και, πολλές φορές, γίνεται βαρύτερη από την ίδια την πράξη.
Ο φίλος και εξέχων οικονομολόγος Σπύρος Στάλιας μίλησε για την «προδοσία των ειδικών», αναφερόμενος στη σιωπή μεγάλου μέρους των οικονομολόγων απέναντι σε όσα συνέβησαν στην Ελλάδα από το 2010 και μετά. Όμως το ζήτημα δεν αφορά μόνο τους οικονομολόγους. Αφορά και τους νομικούς. Αφορά κυρίως τους συνταγματολόγους. Αφορά όσους είχαν γνώση, κύρος, επιστημονική επάρκεια και δημόσιο λόγο — αλλά επέλεξαν, σε κρίσιμες στιγμές, να μην εξηγήσουν στον λαό τι πραγματικά συνέβαινε.
Και εδώ τίθεται το ερώτημα που δεν μπορεί πλέον να αποφεύγεται:
Δεν γνώριζαν;
Δεν γνώριζαν τι υπεγράφη;
Δεν γνώριζαν τι σήμαιναν οι όροι των δανειακών συμβάσεων;
Δεν γνώριζαν τι σημαίνει παραίτηση από δικαιώματα εθνικής κυριαρχίας ή ασυλίας;
Δεν γνώριζαν ποια είναι η συνταγματική διαδικασία για τις διεθνείς συμβάσεις;
Δεν γνώριζαν τι προβλέπει το άρθρο 28 του Συντάγματος;
Διότι αν δεν γνώριζαν, τότε τίθεται ζήτημα επάρκειας.
Αν γνώριζαν και σιώπησαν, τότε τίθεται ζήτημα ευθύνης.
Και αυτή η ευθύνη δεν είναι θεωρητική. Είναι ιστορική, πολιτική, θεσμική και, κατά την άποψη πολλών, ενδεχομένως και νομική.
Η 6η Μαΐου 2010: Η αρχή της οργανωμένης εκτροπής
Η ημερομηνία-κλειδί είναι η 6η Μαΐου 2010. Τότε δημοσιεύεται ο Ν. 3845/2010 στο ΦΕΚ 65Α, με τον οποίο ανοίγει ο δρόμος για τη λεγόμενη «Δανειακή Διευκόλυνση» και το μνημονιακό καθεστώς.
Σύμφωνα με την κριτική που έχει διατυπωθεί από σημαντικούς νομικούς και συνταγματολόγους, το πρόβλημα δεν ήταν μόνο οικονομικό. Ήταν πρωτίστως θεσμικό. Διότι όταν μια χώρα δεσμεύεται με διεθνείς συμβάσεις, όταν η άλλη πλευρά είναι ξένοι δανειστές, κράτη, ευρωπαϊκοί θεσμοί, ΔΝΤ, ΕΚΤ ή διεθνείς οργανισμοί, τότε δεν μιλάμε για μια απλή εσωτερική διοικητική πράξη. Μιλάμε για δεσμεύσεις με διεθνή χαρακτήρα.
Και εκεί μπαίνει στο επίκεντρο το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος.
Το Σύνταγμα ορίζει ότι οι διεθνείς συμβάσεις αποτελούν μέρος του εσωτερικού δικαίου μόνο μετά την επικύρωσή τους με νόμο και τη θέση τους σε ισχύ σύμφωνα με τους όρους τους. Με απλά λόγια: τέτοιες συμφωνίες δεν μπορεί να λειτουργούν στο σκοτάδι, ούτε να παρακάμπτεται η Βουλή με τεχνάσματα διατύπωσης.
Από την «κύρωση» στη «συζήτηση και ενημέρωση»
Το κρίσιμο σημείο βρίσκεται στην αλλαγή που έγινε λίγες ημέρες αργότερα.
Στον Ν. 3845/2010 προβλεπόταν ότι τα Μνημόνια, οι Συμφωνίες και οι Συμβάσεις θα εισάγονται στη Βουλή για κύρωση.
Όμως με τον Ν. 3847/2010, στις 11 Μαΐου 2010, η λέξη «κύρωση» αντικαταστάθηκε από τη φράση «συζήτηση και ενημέρωση». Και προστέθηκε ότι ισχύουν από την υπογραφή τους.
Αυτό δεν είναι λεπτομέρεια. Είναι η καρδιά του ζητήματος.
Διότι άλλο πράγμα είναι η Βουλή να κυρώνει μια διεθνή σύμβαση, αναλαμβάνοντας θεσμικά την ευθύνη. Και άλλο πράγμα είναι απλώς να «ενημερώνεται» εκ των υστέρων για δεσμεύσεις που ήδη έχουν υπογραφεί και θεωρούνται ισχυρές.
Εδώ βρίσκεται, κατά την αυστηρή κριτική, η μεγάλη συνταγματική πληγή της μνημονιακής περιόδου.
Η προειδοποίηση Κασιμάτη
Ο αείμνηστος καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου Γιώργος Κασιμάτης είχε μιλήσει με δραματικό τρόπο για τους όρους εκείνης της περιόδου. Είχε επισημάνει ότι τέτοιου είδους παραίτηση από δικαιώματα εθνικής κυριαρχίας ή ασυλίας δεν είχε προηγούμενο.
Η φράση που αποδίδεται στη δημόσια τοποθέτησή του είναι συντριπτική:
«Ούτε με το πιστόλι στον κρόταφο δεν υπογράφεις κάτι τέτοιο».
Ανεξαρτήτως του πώς αξιολογεί κανείς πολιτικά τη μνημονιακή περίοδο, αυτή η προειδοποίηση δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως υπερβολή. Προερχόταν από έναν καθηγητή διεθνούς κύρους, ο οποίος δεν μιλούσε με όρους καφενείου, αλλά με όρους Συντάγματος, διεθνούς δικαίου και κρατικής κυριαρχίας.
Και εδώ επιστρέφει το βασικό ερώτημα:
Πού ήταν οι άλλοι;
Πού ήταν οι οικονομολόγοι που έβλεπαν το οικονομικό αδιέξοδο;
Πού ήταν οι νομικοί που γνώριζαν τη σημασία των δεσμεύσεων;
Πού ήταν οι συνταγματολόγοι που όφειλαν να εξηγήσουν στον λαό τι σημαίνει παράκαμψη της κύρωσης;
Πού ήταν οι πανεπιστημιακοί, οι θεσμικοί παράγοντες, οι τεχνοκράτες, οι «ειδικοί»;
Η σιωπή δεν είναι αθώα
Η κοινωνία μπορεί να μην ήξερε.
Ο απλός πολίτης μπορεί να μην είχε τη γνώση να διαβάσει δανειακές συμβάσεις, άρθρα, παραγράφους, νομικές διατυπώσεις και διεθνείς όρους.
Αλλά οι ειδικοί ήξεραν — ή όφειλαν να ξέρουν.
Και όταν ένας λαός οδηγείται σε μια δεκαετία σκληρής λιτότητας, απώλειας εισοδημάτων, εκποίησης δημόσιας περιουσίας, θεσμικής ταπείνωσης και κοινωνικής αποδιάρθρωσης, τότε οι ειδικοί δεν δικαιούνται να παριστάνουν τους ουδέτερους παρατηρητές.
Δεν ήταν ένα λογιστικό λάθος.
Δεν ήταν μια απλή δημοσιονομική προσαρμογή.
Δεν ήταν μια τεχνοκρατική διόρθωση.
Ήταν μια ιστορική καμπή για τη χώρα.
Και σε τέτοιες καμπές, η σιωπή των ανθρώπων που γνωρίζουν έχει βάρος.
Τα τρία μεγάλα ζητήματα
Η θεσμική κριτική που διατυπώνεται εδώ συνοψίζεται σε τρεις βασικούς άξονες:
1. Παραβίαση της συνταγματικής τάξης
Το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος προβλέπει συγκεκριμένη διαδικασία για τις διεθνείς συμβάσεις. Όταν η κύρωση αντικαθίσταται από απλή «συζήτηση και ενημέρωση», γεννάται σοβαρό θεσμικό ζήτημα.
2. Ζήτημα λαϊκής κυριαρχίας
Όταν κρίσιμες δεσμεύσεις ισχύουν από την υπογραφή τους, πριν η Βουλή ασκήσει ουσιαστικό έλεγχο, τότε τίθεται ερώτημα για το αν παρακάμπτεται η λαϊκή αντιπροσώπευση.
3. Ζήτημα πολιτικών και ενδεχομένως νομικών ευθυνών
Οι βαρύτεροι χαρακτηρισμοί, όπως «σφετερισμός εξουσίας» ή «εσχάτη προδοσία», αποτελούν αντικείμενο νομικής κρίσης και όχι απλής πολιτικής ρητορικής. Όμως η ύπαρξη τέτοιων ισχυρισμών δείχνει το βάθος της θεσμικής αμφισβήτησης που προκάλεσαν οι μνημονιακές αποφάσεις.
Ο λόγος στον λαό
Η Ελλάδα του 2010 δεν ήταν απλώς μια χώρα με οικονομικό πρόβλημα. Ήταν μια χώρα που οδηγήθηκε σε καθεστώς επιτήρησης, δεσμεύσεων και πολιτικών που άλλαξαν βίαια την καθημερινότητα εκατομμυρίων ανθρώπων.
Μισθοί κόπηκαν.
Συντάξεις μειώθηκαν.
Περιουσίες χάθηκαν.
Νέοι έφυγαν στο εξωτερικό.
Οικογένειες διαλύθηκαν οικονομικά.
Η δημόσια περιουσία μπήκε σε μηχανισμούς αξιοποίησης και εκποίησης.
Και όλα αυτά παρουσιάστηκαν περίπου ως μονόδρομος.
Όμως ο λαός έχει δικαίωμα να ξέρει.
Να ξέρει ποιος υπέγραψε.
Να ξέρει ποιος σιώπησε.
Να ξέρει ποιος γνώριζε.
Να ξέρει ποιος προειδοποίησε.
Να ξέρει ποιος έκανε πως δεν καταλάβαινε.
Η Ιστορία δεν τελειώνει όταν ψηφίζεται ένας νόμος.
Η Ιστορία επιστρέφει. Και όταν επιστρέφει, ζητά λογαριασμό.
Η «προδοσία των ειδικών» δεν είναι απλώς μια φράση οργής. Είναι μια κραυγή απέναντι σε ένα σύστημα που γνώριζε, αλλά δεν μίλησε αρκετά δυνατά.
Διότι οι λαοί μπορούν να συγχωρήσουν λάθη.
Μπορούν να αντέξουν θυσίες.
Μπορούν να περάσουν κρίσεις.
Αυτό που δεν μπορούν να συγχωρήσουν είναι να τους λένε ότι όλα έγιναν για το καλό τους, ενώ οι ίδιοι πλήρωναν το τίμημα και οι «ειδικοί» σιωπούσαν.
Και κάποια στιγμή, το ερώτημα θα τεθεί ξανά, όχι ως σύνθημα αλλά ως ιστορική απαίτηση:
Δεν γνώριζαν;
Αν δεν γνώριζαν, ήταν ανεπαρκείς.
Αν γνώριζαν και σιώπησαν, τότε η σιωπή τους θα γραφτεί ως συνενοχή.
Ο λόγος, πλέον, ανήκει στον λαό.

