Στις 10 Ιουνίου 1944, το Δίστομο δεν γνώρισε απλώς μια πολεμική τραγωδία. Γνώρισε ένα από τα πιο αποτρόπαια εγκλήματα των ναζιστικών στρατευμάτων κατοχής στην Ελλάδα. Ένα έγκλημα κατά αμάχων, παιδιών, γυναικών, ηλικιωμένων. Ένα έγκλημα που δεν ξεχνιέται, δεν συμψηφίζεται και δεν μπαίνει στο περιθώριο της Ιστορίας.
Το πρωινό της 10ης Ιουνίου 1944 η Ελλάδα ζούσε ακόμη κάτω από τη βαριά μπότα της Κατοχής. Λίγες ημέρες νωρίτερα, στις 6 Ιουνίου, οι Σύμμαχοι είχαν αποβιβαστεί στη Νορμανδία. Η ναζιστική Γερμανία καταλάβαινε ότι ο χρόνος της τελείωνε. Όσο πλησίαζε η ήττα, τόσο αγρίευε η εκδίκηση. Και στην κατεχόμενη Ελλάδα, αυτή η εκδίκηση στρεφόταν συχνά όχι μόνο κατά των ανταρτών, αλλά κατά άοπλων χωριών, κατά οικογενειών, κατά παιδιών.
Στη Βοιωτία, οι γερμανικές δυνάμεις αναζητούσαν αντάρτες του ΕΛΑΣ που δρούσαν στην περιοχή. Φάλαγγες στρατιωτών κινήθηκαν προς το Δίστομο και το Στείρι. Οι κάτοικοι του Διστόμου διατάχθηκαν να μείνουν στο χωριό. Δεν ήξεραν ότι η εντολή αυτή θα μετατρεπόταν σε παγίδα θανάτου.
Μετά από σύγκρουση γερμανικής φάλαγγας με αντάρτες στην περιοχή, οι Ναζί επέστρεψαν στο Δίστομο. Δεν επέστρεψαν για έρευνα. Δεν επέστρεψαν για σύλληψη ενόχων. Επέστρεψαν για σφαγή. Για πάνω από δύο ώρες, στρατιώτες των Waffen-SS της 4ης Μεραρχίας SS Polizei Panzergrenadier περνούσαν από σπίτι σε σπίτι και εκτελούσαν αμάχους ως αντίποινα για επίθεση ανταρτών. Πηγές του Μουσείου Θυμάτων Ναζισμού στο Δίστομο και σχετικές ιστορικές αναφορές σημειώνουν ότι για την εντολή της σφαγής υπάρχουν διαφορετικές αποδόσεις σε ναζιστικούς αξιωματικούς, μεταξύ των οποίων αναφέρονται οι Köpfner, Hans Zabel και Fritz Lautenbach.
Το Δίστομο μετατράπηκε σε τόπο απόλυτης φρίκης. Άνθρωποι σφαγιάστηκαν μέσα στα σπίτια τους. Γυναίκες, παιδιά, ηλικιωμένοι, οικογένειες ολόκληρες χάθηκαν μέσα σε λίγες ώρες. Οι μαρτυρίες των επιζώντων είναι από τις πιο σκληρές που έχει καταγράψει η ελληνική ιστορική μνήμη. Δεν περιγράφουν απλώς θάνατο. Περιγράφουν τη συνειδητή προσπάθεια εξευτελισμού της ανθρώπινης ύπαρξης.
Οι αριθμοί είναι αμείλικτοι. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία που αναφέρονται σε ιστορικά αφιερώματα, οι νεκροί έφτασαν τους 228: 117 γυναίκες, 111 άνδρες, ανάμεσά τους 53 παιδιά κάτω των 16 ετών. Η μαρτυρία του Ελβετού απεσταλμένου του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού, George Wehrly, που έφτασε στο Δίστομο λίγες ημέρες αργότερα, έκανε λόγο για έως και 600 νεκρούς στην ευρύτερη περιοχή.
Η σφαγή δεν σταμάτησε στα όρια του χωριού. Κατά την αποχώρηση των γερμανικών δυνάμεων, οι εκτελέσεις συνεχίστηκαν στον δρόμο της επιστροφής. Όποιος άμαχος βρισκόταν μπροστά τους κινδύνευε να γίνει ακόμη ένα θύμα της ναζιστικής μανίας. Τα σπίτια κάηκαν. Το χωριό έμεινε πίσω γεμάτο νεκρούς, ερείπια, κραυγές και ορφανά.
Το Δίστομο δεν είναι απλώς μια μαύρη σελίδα. Είναι πληγή ανοιχτή. Είναι σύμβολο της ναζιστικής βαρβαρότητας, αλλά και της ιστορικής αντοχής ενός λαού που πλήρωσε βαρύ φόρο αίματος στην Κατοχή. Κάθε χρόνο, ο τόπος τιμά τους νεκρούς του με εκδηλώσεις μνήμης. Το 2026 συμπληρώνονται 82 χρόνια από τη σφαγή, με τις εκδηλώσεις μνήμης να κορυφώνονται στις 10 Ιουνίου, παρουσία του Προέδρου της Δημοκρατίας, σύμφωνα με το πρόγραμμα του Δήμου Διστόμου–Αράχωβας–Αντίκυρας.
Όμως η μνήμη δεν μπορεί να είναι μόνο τελετή. Δεν μπορεί να είναι μόνο στεφάνι, ομιλία και σιωπή ενός λεπτού. Η μνήμη είναι πολιτική και ηθική υποχρέωση. Είναι άρνηση της λήθης. Είναι απάντηση σε κάθε μορφή αναθεωρητισμού, σε κάθε προσπάθεια να παρουσιαστούν τα ναζιστικά εγκλήματα ως «παράπλευρες απώλειες» του πολέμου.
Το Δίστομο δεν ζητά εκδίκηση. Ζητά δικαιοσύνη. Ζητά αναγνώριση. Ζητά να μη μετατραπεί η Ιστορία σε ουδέτερη αφήγηση χωρίς θύτες και θύματα. Γιατί εδώ δεν υπήρξε «σύγκρουση δύο πλευρών». Υπήρξε οργανωμένη σφαγή αμάχων από στρατεύματα κατοχής.
Στις 10 Ιουνίου, η Ελλάδα σκύβει το κεφάλι μπροστά στους νεκρούς του Διστόμου. Όχι από αδυναμία. Από σεβασμό. Και το σηκώνει ξανά με μία φράση που δεν πρέπει να γίνει ποτέ τυπικό σύνθημα:
Ποτέ ξανά φασισμός. Ποτέ ξανά ναζισμός. Ποτέ ξανά σιωπή μπροστά στη βαρβαρότητα.
Τη φράση «σύμφωνα με κάποιες πληροφορίες ζει ως σήμερα ελεύθερος» για τον Χανς Τσάμπελ/Ζάμπελ καλύτερα να μην τη βάλεις έτσι. Είναι ατεκμηρίωτη και πιθανότατα παρωχημένη. Ασφαλέστερη διατύπωση:
«Η δικαστική λογοδοσία για το έγκλημα του Διστόμου έμεινε ουσιαστικά ανολοκλήρωτη, αφήνοντας μέχρι σήμερα ανοιχτό το ιστορικό και ηθικό αίτημα της δικαίωσης».

