Όταν τελειώνει η προπαγάνδα, αρχίζουν οι δορυφορικές εικόνες
Για εβδομάδες, η επίσημη αφήγηση ήταν γνώριμη: όλα υπό έλεγχο, οι ζημιές περιορισμένες, η αμερικανική στρατιωτική μηχανή αλώβητη, ο αντίπαλος αποδυναμωμένος.
Μόνο που οι πόλεμοι δεν κρίνονται στα δελτία Τύπου. Κρίνονται στα συντρίμμια. Στις βάσεις που αδειάζουν. Στα ραντάρ που σιωπούν. Στις κεραίες που καίγονται. Στα υπόστεγα που γίνονται στόχοι. Στις εικόνες από δορυφόρους που δεν υπακούν εύκολα στην πολιτική σκηνοθεσία.
Και τώρα, σιγά σιγά, αρχίζει να βγαίνει στην επιφάνεια αυτό που πολλοί υποψιάζονταν από την πρώτη στιγμή: τα ιρανικά πλήγματα κατά αμερικανικών εγκαταστάσεων στη Μέση Ανατολή ήταν πολύ σοβαρότερα απ’ όσο παρουσιάστηκε αρχικά.
Δεν μιλάμε για μεμονωμένες ζημιές. Δεν μιλάμε για ένα χτύπημα που απορροφήθηκε από την αμερικανική υπεροπλία. Μιλάμε για πλήγματα σε κρίσιμες στρατιωτικές υποδομές, σε βάσεις, σε συστήματα επικοινωνιών, σε ραντάρ, σε αεροσκάφη, σε αποθήκες, σε κέντρα επιχειρήσεων.
Με απλά λόγια: το Ιράν δεν χτύπησε απλώς μπετόν. Χτύπησε το νευρικό σύστημα της αμερικανικής παρουσίας στη Μέση Ανατολή.
Η εικόνα της άτρωτης Αμερικής ράγισε
Η μεγάλη πολιτική είδηση δεν είναι μόνο το πόσα κτίρια καταστράφηκαν ή πόσα μηχανήματα τέθηκαν εκτός λειτουργίας.
Η μεγάλη είδηση είναι ότι η αμερικανική στρατιωτική υποδομή στην περιοχή αποδείχθηκε ευάλωτη.
Για δεκαετίες, οι ΗΠΑ έχτιζαν στη Μέση Ανατολή ένα δίκτυο βάσεων που λειτουργούσε ως σύμβολο κυριαρχίας. Από τον Περσικό Κόλπο μέχρι την Ιορδανία, από το Κατάρ μέχρι το Μπαχρέιν, οι βάσεις αυτές ήταν κάτι παραπάνω από στρατιωτικές εγκαταστάσεις. Ήταν πολιτικό μήνυμα.
Το μήνυμα ήταν απλό: «Είμαστε εδώ, βλέπουμε τα πάντα, ελέγχουμε τα πάντα, μπορούμε να χτυπήσουμε οποτεδήποτε».
Τώρα, το μήνυμα γύρισε ανάποδα.
Γιατί όταν οι σταθερές βάσεις γίνονται σταθεροί στόχοι, τότε η ισχύς μετατρέπεται σε έκθεση. Και όταν ο αντίπαλος ξέρει πού βρίσκονται τα ραντάρ, τα κέντρα διοίκησης, οι αποθήκες καυσίμων, οι κεραίες επικοινωνιών και τα υπόστεγα αεροσκαφών, τότε η υπερδύναμη δεν είναι αόρατη. Είναι χαρτογραφημένη.
Αυτό είναι το πραγματικό σοκ.
Η Ουάσινγκτον μπορεί να εξακολουθεί να έχει τεράστια στρατιωτική ισχύ. Κανείς σοβαρός δεν το αμφισβητεί. Όμως η ισχύς αυτή δεν είναι πια ανεπηρέαστη από το κόστος. Δεν είναι άτρωτη. Δεν είναι πολιτικά δωρεάν.
Και αυτό αλλάζει όλη τη συζήτηση.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο στρατιωτικό — είναι πολιτικό
Όταν μια κυβέρνηση εμφανίζεται θριαμβευτική ενώ στη συνέχεια διεθνή μέσα αποκαλύπτουν σοβαρές ζημιές, το ζήτημα δεν είναι απλώς επιχειρησιακό.
Είναι ζήτημα αξιοπιστίας.
Τι γνώριζε η πολιτική ηγεσία;
Τι ειπώθηκε στο κοινό;
Τι αποκρύφθηκε;
Τι υποβαθμίστηκε;
Πόσο διαφορετική ήταν η πραγματική εικόνα από την τηλεοπτική εικόνα;
Αυτό είναι το μόνιμο μοτίβο σε κάθε πόλεμο. Στην αρχή μιλούν οι κυβερνήσεις. Μετά μιλούν οι στρατοί. Στο τέλος μιλούν οι αριθμοί.
Και οι αριθμοί, όταν αρχίζουν να βγαίνουν, είναι αμείλικτοι.
Αν πράγματι επλήγησαν τόσες αμερικανικές εγκαταστάσεις, αν υπήρξαν ζημιές σε κρίσιμες υποδομές, αν καταστράφηκαν ή αχρηστεύτηκαν συστήματα υψηλής αξίας, τότε δεν έχουμε απλώς μια πολεμική λεπτομέρεια. Έχουμε μια στρατηγική αποκάλυψη: οι ΗΠΑ αναγκάζονται πλέον να μετρούν το κόστος κάθε κλιμάκωσης με τρόπο που δεν ίσχυε στο παρελθόν.
Κάθε πύραυλος έχει κόστος.
Κάθε αναχαιτιστής έχει κόστος.
Κάθε ραντάρ έχει κόστος.
Κάθε βάση έχει κόστος.
Και κάθε νεκρός ή τραυματίας στρατιώτης έχει πολιτικό βάρος που δεν κρύβεται για πάντα πίσω από σημαίες και συνθήματα.
Το Ιράν έστειλε μήνυμα σε ολόκληρη την περιοχή
Το Ιράν δεν χρειάστηκε να «νικήσει» τις ΗΠΑ με την κλασική έννοια του όρου. Δεν χρειάστηκε να καταλάβει εδάφη. Δεν χρειάστηκε να εξαφανίσει την αμερικανική παρουσία.
Αρκούσε να αποδείξει κάτι πολύ πιο επικίνδυνο για την Ουάσινγκτον: ότι μπορεί να προκαλέσει πραγματικό κόστος.
Αυτό είναι το μήνυμα προς όλους.
Προς τις ΗΠΑ: η στρατιωτική κλιμάκωση δεν θα είναι περίπατος.
Προς τους συμμάχους τους: οι βάσεις που φιλοξενούν αμερικανικές δυνάμεις μπορεί να γίνουν στόχοι.
Προς την περιοχή: η ισορροπία φόβου δεν είναι πια μονόδρομη.
Προς την κοινή γνώμη: η εικόνα της απόλυτης υπεροχής έχει ρωγμές.
Και όταν μια υπερδύναμη αναγκάζεται να ζυγίσει όχι μόνο το πολιτικό, αλλά και το οικονομικό και επιχειρησιακό κόστος ενός πολέμου, τότε η στρατηγική της ελευθερία περιορίζεται.
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι ΗΠΑ έχασαν τη δύναμή τους. Σημαίνει όμως ότι έχασαν κάτι εξίσου σημαντικό: την ψευδαίσθηση ότι μπορούν να χτυπούν χωρίς να πληρώνονται.
Η προπαγάνδα άντεξε λίγες εβδομάδες — η πραγματικότητα περισσότερο
Το πιο εξοργιστικό δεν είναι ότι υπήρξαν ζημιές. Σε έναν πόλεμο υπάρχουν ζημιές.
Το πιο εξοργιστικό είναι η συστηματική προσπάθεια να παρουσιαστεί η πραγματικότητα πιο καθαρή, πιο ελεγχόμενη, πιο ανώδυνη απ’ ό,τι ήταν.
Αυτό κάνουν οι κυβερνήσεις όταν φοβούνται την κοινή γνώμη. Βαφτίζουν τις απώλειες «περιορισμένες». Βαφτίζουν τις καταστροφές «διαχειρίσιμες». Βαφτίζουν την υποχώρηση «διπλωματικό άνοιγμα». Βαφτίζουν το κόστος «επένδυση στην ασφάλεια».
Μόνο που στο τέλος ο πόλεμος δεν υπακούει στη γλώσσα των επικοινωνιολόγων.
Όταν χτυπιούνται βάσεις, δεν τις επισκευάζει η προπαγάνδα.
Όταν καταστρέφονται συστήματα, δεν τα αντικαθιστούν οι δηλώσεις.
Όταν υπάρχουν απώλειες, δεν τις εξαφανίζει το τηλεοπτικό χαμόγελο.
Όταν ο αντίπαλος αποδεικνύει ότι μπορεί να φτάσει στην καρδιά των εγκαταστάσεών σου, δεν αρκεί να λες ότι «όλα πήγαν καλά».
Γιατί δεν πήγαν όλα καλά.
Πήγαν τόσο «καλά» ώστε τώρα μεγάλα διεθνή μέσα αναγκάζονται να μιλούν για εκτεταμένες ζημιές, για δεκάδες ή εκατοντάδες χτυπημένους στόχους, για βάσεις που δεν μπορούν να λειτουργήσουν όπως πριν, για κρίσιμες υποδομές που έγιναν πεδίο πολέμου.
Το τέλος της αλαζονείας
Η Μέση Ανατολή μπαίνει σε μια νέα φάση.
Δεν είναι η φάση όπου οι ΗΠΑ εξαφανίζονται. Δεν είναι η φάση όπου το Ιράν γίνεται ξαφνικά απόλυτος κυρίαρχος. Αυτές είναι απλουστεύσεις για αφελείς.
Είναι όμως η φάση όπου η αμερικανική αλαζονεία συναντά τα όριά της.
Οι βάσεις δεν είναι πια απλώς εργαλεία προβολής ισχύος. Είναι ευάλωτα σημεία.
Οι σύμμαχοι δεν είναι πια απλώς οικοδεσπότες. Είναι πιθανοί στόχοι αντιποίνων.
Οι πόλεμοι δεν είναι πια τηλεοπτικά σόου υψηλής τεχνολογίας. Είναι συγκρούσεις φθοράς, κόστους, εικόνας και πολιτικής αντοχής.
Και εδώ βρίσκεται η ουσία: η υπερδύναμη μπορεί να έχει τα περισσότερα όπλα, αλλά δεν έχει πλέον το μονοπώλιο του φόβου.
Το Ιράν, με όλα τα δικά του προβλήματα, με όλες τις δικές του αδυναμίες, έδειξε ότι μπορεί να ανοίξει λογαριασμό. Και όταν ο λογαριασμός αρχίζει να γράφει δισεκατομμύρια, νεκρούς, τραυματίες, κατεστραμμένα συστήματα και βάσεις εκτός κανονικής λειτουργίας, τότε η πολιτική ηγεσία στην Ουάσινγκτον δεν μπορεί να παριστάνει ότι απλώς «έστειλε μήνυμα».
Το μήνυμα το πήρε και η ίδια.
Η Αμερική δεν κατέρρευσε. Αλλά μάτωσε.
Και αυτό, για μια υπερδύναμη που είχε συνηθίσει να εμφανίζεται άτρωτη, είναι από μόνο του ιστορική αλλαγή.
Γιατί άλλο να βομβαρδίζεις από ασφαλή απόσταση και άλλο να βλέπεις τις δικές σου βάσεις να γίνονται στόχος. Άλλο να μιλάς για ισχύ και άλλο να μετράς καμένα ραντάρ, διαλυμένες επικοινωνίες, χτυπημένα αεροσκάφη και εγκαταστάσεις που δεν λειτουργούν όπως πριν.
Στο τέλος κάθε πολέμου πέφτουν οι μάσκες.
Και αυτή τη φορά, πίσω από τη μάσκα της υπερδύναμης, φάνηκε κάτι που η Ουάσινγκτον δεν ήθελε να δει κανείς:
φόβος, κόστος και ρωγμές.

