Ο Γιάννης Αραπκούλες πήρε μετά από 5,5 χρόνια την άδεια παραγωγής ραβδωτών όπλων – Μια υπόθεση που δείχνει τις δυνατότητες αλλά και τις παθογένειες της χώρας
Μια εξέλιξη με ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ελληνική αμυντική βιομηχανία έρχεται από τη Λάρισα. Ο μηχανουργός και κατασκευαστής Γιάννης Αραπκούλες έλαβε, ύστερα από 5,5 χρόνια γραφειοκρατικής ταλαιπωρίας, την επίσημη άδεια για την παραγωγή πυροβόλων ραβδωτών όπλων στην Ελλάδα.
Η υπόθεση δεν αφορά μόνο έναν ιδιώτη κατασκευαστή. Αγγίζει ένα πολύ μεγαλύτερο ζήτημα: μπορεί η Ελλάδα να στηρίξει πραγματικά εγχώρια παραγωγή στην άμυνα ή θα συνεχίσει να πνίγει κάθε πρωτοβουλία μέσα σε υπηρεσιακές καθυστερήσεις, κλειδωμένα εργαστήρια και διοικητική αδράνεια;
Πέντε χρόνια για κάτι που έπρεπε να είναι εθνική προτεραιότητα
Σύμφωνα με όσα περιγράφει ο ίδιος ο κατασκευαστής, η διαδικασία για την άδεια κράτησε 5,5 χρόνια, κυρίως επειδή δεν υπήρχε ξεκάθαρο προηγούμενο για ιδιώτη κατασκευαστή τέτοιου τύπου στην Ελλάδα.
Με άλλα λόγια, η χώρα που μιλά διαρκώς για αποτροπή, εθνική ασφάλεια και αμυντική αυτονομία, δυσκολεύεται ακόμη να διαμορφώσει καθαρό πλαίσιο για ανθρώπους που θέλουν να παράγουν μέσα στην Ελλάδα.
Η άδεια αφορά παραγωγή για εξαγωγές, καθώς και διάθεση σε ελληνικά σώματα ασφαλείας, ένοπλες δυνάμεις ή ειδικές νόμιμες χρήσεις. Δεν πρόκειται για ανεξέλεγκτη διάθεση στην αγορά, αλλά για παραγωγή μέσα σε θεσμικό και αδειοδοτημένο πλαίσιο.
Η πιστοποίηση στη Λιέγη και το ελληνικό παράδοξο
Τα πρώτα όπλα θα πρέπει να περάσουν από τη διεθνή διαδικασία πιστοποίησης στη Λιέγη του Βελγίου, ένα από τα ιστορικότερα και πιο αναγνωρισμένα κέντρα δοκιμών στην Ευρώπη.
Και εδώ εμφανίζεται το ελληνικό παράδοξο: σύμφωνα με όσα αναφέρονται, η Ελλάδα διαθέτει σύγχρονο εξοπλισμό και υποδομές στην Αμυγδαλέζα για αντίστοιχες δοκιμές, όμως το κέντρο παραμένει ουσιαστικά αναξιοποίητο.
Δηλαδή, πληρώνουμε υποδομές, έχουμε μηχανήματα, αλλά τελικά στέλνουμε την ελληνική παραγωγή στο εξωτερικό για πιστοποίηση. Αυτό δεν είναι απλώς γραφειοκρατικό πρόβλημα. Είναι πρόβλημα κρατικής αντίληψης.
Ελληνική παραγωγή με πραγματική βιομηχανική βάση
Ο Αραπκούλες παρουσίασε τέσσερα μοντέλα ελληνικής κατασκευής, τα οποία – σύμφωνα με τον ίδιο – κατασκευάζονται σχεδόν εξ ολοκλήρου στη μονάδα του, με εξαίρεση επιμέρους εξαρτήματα όπως σκοπευτικά ή οπτικά.
Το σημαντικότερο όμως δεν είναι ο αριθμός των μοντέλων. Είναι ότι υπάρχει ελληνική τεχνογνωσία, μηχανουργική ικανότητα, εξοπλισμός CNC και δυνατότητα παραγωγής σε μια χώρα που συχνά συμπεριφέρεται σαν να μπορεί μόνο να εισάγει.
Η Ελλάδα έχει ανθρώπους που μπορούν. Το ερώτημα είναι αν έχει κράτος που θέλει.
Το μεγάλο ερώτημα για την ελληνική αμυντική βιομηχανία
Η σύγκριση που κάνει ο ίδιος με την παλαιά κρατική παραγωγή είναι σκληρή. Υποστηρίζει ότι μια μικρή ιδιωτική μονάδα με ελάχιστο προσωπικό μπορεί να κινηθεί ταχύτερα και αποδοτικότερα από βαριές κρατικές δομές που για χρόνια ταλαιπωρήθηκαν από κομματισμό, αδράνεια και χαμηλή παραγωγικότητα.
Εδώ βρίσκεται και η ουσία: η αμυντική βιομηχανία δεν μπορεί να στηρίζεται μόνο σε συνθήματα. Χρειάζεται θεσμικό πλαίσιο, ταχύτητα, πιστοποίηση, εξαγωγική στρατηγική και σύνδεση με τις πραγματικές ανάγκες των ενόπλων δυνάμεων και της διεθνούς αγοράς.
Η Ελλάδα δεν έχει έλλειμμα ικανών ανθρώπων – έχει έλλειμμα κράτους
Η περίπτωση Αραπκούλε δείχνει ότι υπάρχουν ακόμη Έλληνες τεχνίτες, μηχανουργοί και επιχειρηματίες που μπορούν να παράγουν προϊόν υψηλής προστιθέμενης αξίας. Το πρόβλημα είναι ότι καλούνται να παλέψουν όχι μόνο με τον ανταγωνισμό, αλλά και με το ίδιο το κράτος.
Σε μια περίοδο που η Τουρκία επενδύει συστηματικά στη δική της αμυντική βιομηχανία, η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια να αφήνει κάθε εγχώρια προσπάθεια να σέρνεται για χρόνια στα γρανάζια της γραφειοκρατίας.
Η άδεια που δόθηκε στη Λάρισα δεν είναι απλώς μια επιχειρηματική επιτυχία. Είναι ένα μήνυμα.
Η Ελλάδα μπορεί να παράγει.
Μπορεί να καινοτομεί.
Μπορεί να σταθεί στα πόδια της.
Αρκεί κάποια στιγμή να σταματήσει να πυροβολεί η ίδια τα χέρια που θέλουν να δουλέψουν για αυτήν.

