Για δύο χρόνια, κάτοικοι, σύλλογοι και δημοτική αρχή έδιναν μάχη κατά της υπερδόμησης, ενώ στο εσωτερικό της πολεοδομικής υπηρεσίας εξελισσόταν υπόθεση που σήμερα ερευνάται ως κύκλωμα διαφθοράς
Ένας ιδιότυπος και σχεδόν αθέατος πόλεμος εξελισσόταν επί δύο χρόνια στην Κηφισιά.
Από τη μία πλευρά βρίσκονταν οι κάτοικοι, οι τοπικοί σύλλογοι και η δημοτική αρχή, που προσπαθούσαν να αναχαιτίσουν την υπερδόμηση και την αλλοίωση του χαρακτήρα της περιοχής.
Από την άλλη, βρισκόταν η ίδια η Πολεοδομία Κηφισιάς, δηλαδή μια υπηρεσία του δήμου, στελέχη της οποίας σήμερα κατηγορούνται για συμμετοχή σε κύκλωμα διαφθοράς.
Η εικόνα είναι θεσμικά εκρηκτική: ο δήμος εμφανίζεται να στρέφεται ουσιαστικά κατά του ίδιου του «διπλανού γραφείου», προκειμένου να προστατεύσει την πόλη από οικοδομικές άδειες και πρακτικές που οδηγούσαν σε μεγαλύτερα κτίρια, περισσότερα τετραγωνικά και αυξημένα ύψη.
Οι κατηγορούμενοι αρνούνται τις κατηγορίες και η ποινική αξιολόγηση της υπόθεσης ανήκει αποκλειστικά στη Δικαιοσύνη. Ωστόσο, τα γεγονότα που προηγήθηκαν των συλλήψεων αποκαλύπτουν μια βαθιά θεσμική σύγκρουση.
Η μάχη για τα μπόνους του ΝΟΚ
Η αντιπαράθεση κορυφώθηκε την άνοιξη του 2024, όταν το Συμβούλιο της Επικρατείας παρέπεμψε στην Ολομέλειά του σειρά προσφυγών σχετικά με τη συνταγματικότητα διατάξεων του Νέου Οικοδομικού Κανονισμού.
Η συνδυαστική χρήση των λεγόμενων μπόνους του ΝΟΚ επέτρεπε την ανέγερση κτιρίων με μεγαλύτερη επιφάνεια και ύψος, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις σε περιοχές με ιδιαίτερα πολεοδομικά και περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά.
Το Δημοτικό Συμβούλιο Κηφισιάς ζήτησε τότε από την Πολεοδομία να εφαρμόζει αυστηρά τα ειδικά προεδρικά διατάγματα που προστατεύουν τον παραδοσιακό χαρακτήρα της περιοχής.
Η απόφαση, όμως, ακυρώθηκε από την Αποκεντρωμένη Διοίκηση, με το επιχείρημα ότι ο δήμος δεν είχε αρμοδιότητα να δώσει μια τέτοια εντολή.
Ο Δήμος Κηφισιάς προσέφυγε στη Δικαιοσύνη και τον Ιούλιο του 2024 εξασφάλισε προσωρινή διαταγή από το Συμβούλιο της Επικρατείας. Με εντολές του δημάρχου Βασίλη Ξυπολυτά πάγωσαν οικοδομικές άδειες που αξιοποιούσαν τα μπόνους του ΝΟΚ.
Τον Οκτώβριο του ίδιου έτους εκδόθηκε νέα εντολή, με την οποία σταμάτησε η κατασκευή υπογείων εκτός του περιγράμματος των κτιρίων, πρακτική που επίσης αμφισβητήθηκε δικαστικά και στη συνέχεια κρίθηκε από το ΣτΕ.
Τα μέτρα δεν μπορούσαν να εφαρμοστούν αναδρομικά σε έργα που είχαν ήδη αρχίσει. Αυτό σήμαινε ότι, παρά τις αντιδράσεις, ένα μέρος της οικοδομικής δραστηριότητας συνέχιζε κανονικά.
Οι πολίτες πήγαν στα δικαστήρια
Την ίδια περίοδο, κάτοικοι και τοπικοί φορείς δεν περιορίστηκαν στις διαμαρτυρίες.
Ο Σύλλογος Προστασίας Κηφισιάς, ο Φιλοπρόοδος Σύλλογος Πολιτείας και ο Εξωραϊστικός και Πολιτιστικός Σύλλογος Κεφαλαρίου – Κηφισιάς κατέθεσαν περισσότερες από 20 προσφυγές κατά οικοδομικών αδειών.
Καθοριστικό ρόλο είχε και η Κίνηση Πολιτών Κηφισιάς, Νέας Ερυθραίας και Εκάλης για τον ΝΟΚ, η οποία συγκέντρωσε χιλιάδες υπογραφές κατά της τσιμεντοποίησης.
Οι δικηγόροι του δήμου κατέθεταν στα δικαστήρια επιχειρήματα κατά των μπόνους δόμησης. Την ίδια στιγμή, η πολεοδομική υπηρεσία του ίδιου δήμου εμφανιζόταν να ακολουθεί διαφορετική γραμμή.
Με απλά λόγια, ο δήμος έλεγε στα δικαστήρια ότι συγκεκριμένες πολεοδομικές πρακτικές απειλούσαν την πόλη, ενώ η υπηρεσία που είχε την ευθύνη των αδειών φέρεται να κινούνταν προς την αντίθετη κατεύθυνση.
Οι καταγγελίες και η ΕΔΕ
Το καλοκαίρι του 2024 έφτασαν στην Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων και στην Εθνική Αρχή Διαφάνειας δύο ανώνυμες καταγγελίες για τη λειτουργία της Πολεοδομίας Κηφισιάς.
Ο δήμος ενημερώθηκε μέσω της αλληλογραφίας με την Εθνική Αρχή Διαφάνειας και διέταξε Ένορκη Διοικητική Εξέταση σε βάρος του τότε διευθυντή της Πολεοδομίας και του προϊσταμένου του Τμήματος Ελέγχου Κατασκευών.
Και οι δύο περιλαμβάνονται σήμερα στους βασικούς κατηγορουμένους της υπόθεσης.
Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι ο δεύτερος είχε τοποθετηθεί αναπληρωτής διευθυντής μόλις δύο ημέρες πριν από την αλλαγή της δημοτικής αρχής, τον Δεκέμβριο του 2023.
Μεταξύ των συλληφθέντων βρίσκεται και τρίτος υπάλληλος της Πολεοδομίας Κηφισιάς, για τον οποίο, σύμφωνα με όσα έχουν γίνει γνωστά, δεν υπήρχαν τότε αντίστοιχες πληροφορίες.
Οι μικροί «πρίγκιπες» των πολεοδομιών
Τον Ιανουάριο του 2025 ο δήμαρχος Κηφισιάς μετακίνησε τον διευθυντή της Πολεοδομίας στην Τεχνική Υπηρεσία.
Παράλληλα, ζητήθηκε η αντικατάστασή του από το Συμβούλιο Πολεοδομικών Θεμάτων και Αμφισβητήσεων και από το Αρχιτεκτονικό Συμβούλιο, όργανα με κρίσιμο ρόλο στην εξέταση πολεοδομικών υποθέσεων.
Η μετακίνηση προκάλεσε ισχυρές αντιδράσεις στο εσωτερικό της υπηρεσίας.
Δεν είναι τυχαίο ότι αρμόδιες πηγές χαρακτηρίζουν συχνά τους διευθυντές των πολεοδομιών ως μικρούς «πρίγκιπες». Πρόκειται για θέσεις με τεράστια πραγματική εξουσία, αφού μία υπογραφή μπορεί να καθορίσει την τύχη οικοδομών αξίας εκατομμυρίων ευρώ.
Ο υπάλληλος προσέβαλε τη μετακίνησή του, όμως η ένστασή του απορρίφθηκε. Αργότερα ζήτησε να αποσπαστεί στην Αποκεντρωμένη Διοίκηση Αττικής.
Ο δήμαρχος Κηφισιάς φέρεται να ενημέρωσε τον γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης για την ΕΔΕ και την έρευνα της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας. Η απάντηση που έλαβε ήταν ότι ο υπάλληλος θα τοποθετούνταν σε θέση χωρίς κρίσιμες αρμοδιότητες και χωρίς δικαίωμα υπογραφής σε ευαίσθητες υποθέσεις.
Δεν έχει επιβεβαιωθεί ότι ο πρώην γενικός γραμματέας του υπουργείου Περιβάλλοντος Ευθύμης Μπακογιάννης, ο οποίος παραιτήθηκε λόγω συγγενικής σχέσης με κατηγορούμενο υπάλληλο, μεσολάβησε για την απόσπαση.
Οι τηλεφωνικές παρακολουθήσεις και τα αδικαιολόγητα ποσά
Από τον Σεπτέμβριο του 2025 η Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων άρχισε, κατόπιν των προβλεπόμενων δικαστικών διαδικασιών, να παρακολουθεί τις επικοινωνίες των υπόπτων.
Στη συνέχεια εντοπίστηκαν, σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, χρηματικά ποσά σε τραπεζικούς λογαριασμούς υπαλλήλων, τα οποία κρίθηκαν αδικαιολόγητα και τέθηκαν στο μικροσκόπιο των αρχών.
Τον Δεκέμβριο του 2025 ο Δήμος Κηφισιάς κίνησε δεύτερη πειθαρχική διαδικασία και τον Ιανουάριο του 2026 παρέπεμψε τον υπάλληλο στο αρμόδιο πειθαρχικό συμβούλιο του υπουργείου Εσωτερικών.
Στις 5 Ιουνίου 2026 συνελήφθησαν έξι πρόσωπα. Μετά τις απολογίες τους κρίθηκαν προσωρινά κρατούμενα, ενώ όλοι αρνούνται τις κατηγορίες που τους αποδίδονται.
Δεν πρόκειται μόνο για μια ποινική υπόθεση
Η υπόθεση της Κηφισιάς δεν αφορά μόνο το εάν κάποιοι υπάλληλοι χρηματίστηκαν ή αξιοποίησαν παράνομα τη θέση τους. Αυτό θα το κρίνει η Δικαιοσύνη.
Αφορά και το πώς δομείται η πραγματική εξουσία μέσα στις πολεοδομίες.
Αφορά υπηρεσίες στις οποίες συγκεντρώνονται τεράστια οικονομικά συμφέροντα, περίπλοκη νομοθεσία, περιθώρια ερμηνειών, καθυστερήσεις και αποφάσεις που μπορούν να αλλάξουν μέσα σε λίγες ημέρες την αξία ενός ακινήτου.
Στην Κηφισιά, επί δύο χρόνια, οι πολίτες μάζευαν υπογραφές, οι σύλλογοι προσέφευγαν στα δικαστήρια και η δημοτική αρχή επιχειρούσε να παγώσει άδειες.
Και όλα αυτά συνέβαιναν ενώ, σύμφωνα με τη δικογραφία, λίγα μέτρα μακριά εξελισσόταν μια εντελώς διαφορετική ιστορία.
Αυτός είναι ο πραγματικός «άγνωστος πόλεμος» της Κηφισιάς: η σύγκρουση ανάμεσα στην προστασία της πόλης και σε ένα σύστημα πολεοδομικής εξουσίας που επί χρόνια λειτουργούσε χωρίς επαρκή έλεγχο.
Το ερώτημα πλέον δεν είναι μόνο ποιοι θα καταδικαστούν.
Το ερώτημα είναι πόσες ακόμη πολεοδομίες λειτουργούν ως κλειστά βασίλεια, με τους πολίτες και τις δημοτικές αρχές να αντιλαμβάνονται τι συμβαίνει μόνο όταν τα μπετά έχουν ήδη πέσει.

